|
|
|
| Ο Γιάννης Παππάς στο εργαστήριό του ποζάρει μεταξύ ενός γυμνού νέου και του πορτρέτου τού φίλου του, αείμνηστου γλύπτη Χρήστου Καπράλου (σε νεαρή ηλικία, δεξιά) και καμαρώνει το άγαλμα του Ευάγγελου Παπανούτσου (αριστερά)
|
«Η γλυπτική είναι τέχνη μακράς πνοής», ένας δρόμος αντοχής που «θέλει γερά
κότσια». Έτσι πιστεύει ο γλύπτης και ακαδημαϊκός Γιάννης Παππάς και το
παράδειγμά του το επιβεβαιώνει. Ύστερα από 70 χρόνια δουλειάς, αφήνει όλη την
πνευματική του περιουσία και το εργαστήριό του, ένα έτοιμο μουσείο με
επτακόσια γλυπτά και πίνακες, στη φύλαξη του Μουσείου Μπενάκη.
Μέσα στην πολυκατοικιούπολη του Ζωγράφου, το εργαστήρι του Γιάννη Παππά
ξεχωρίζει σαν μια νησίδα πρασίνου οχυρωμένη από έναν ψηλό μανδρότοιχο.
Μόλις περάσεις την αυλόπορτα, στη μέση της αυλής, σε υποδέχεται ο Μέγας
Αλέξανδρος, τεράστιος, αγέραστος, μπρούντζινος – καβάλα στ’ άλογό του που
είναι παρασυρμένο σ’ έναν αιώνιο καλπασμό -, ασυνήθιστα ζωντανός. Ένας
υπέροχος ανδριάντας υπερφυσικού μεγέθους που περιμένει, δέκα χρόνια τώρα,
μέχρι να βρει το υπουργείο Πολιτισμού πού θα τον τοποθετήσει…
Δεν είναι μόνος. Κάτω από τα δένδρα τού κρατούν συντροφιά ένας νέος κούρος –
έργο της Κατοχής -, ένας βοσκός που παίζει την γκάιντα – έργο του ’60 -, το
άγαλμα του αγαπημένου μαθητή του Θόδωρου Παπαγιάννη, που είναι σήμερα
καθηγητής της Γλυπτικής, ο Όμηρος, η Ιοκάστη και άλλα πολλά. Στο χορτάρι είναι
ξαπλωμένη, σαν φίδι, μια γυμνή γυναίκα με τορνευτές καμπύλες. Φθάνοντας στην
είσοδο, μία Φελάχα με λοξά μάτια και γαλήνιο πρόσωπο. Η ασυνήθιστη παρέα των
χυτών αγαλμάτων συμπληρώνεται από προτομές, γύψινα καλούπια και ένα πρόσφατο
έργο – μια ανδρική μορφή λιγνή, με αδρά δουλεμένη την επιφάνεια, όπως αρέσει
στον γλύπτη, σκεπάζει το σκυφτό του πρόσωπο με τα χέρια, σε στάση αγωνίας και
περισυλλογής. Είναι «Το πνεύμα του 21ου αιώνα».
Θα δεχόσασταν να κάνετε έναν Αλέξανδρο, ογδόντα μέτρα; -τον προκαλούμε να
σχολιάσει το εγχείρημα που κυοφορείται στη Μακεδονία.
«Δεν θα ενέκρινα την ιδέα. Δεν έχει για μένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πλευράς
αισθητικής. Ο γιγαντισμός δεν μου αρέσει. Ανήκει σε άλλες νοοτροπίες», κόβει
την κουβέντα.
Ο Γιάννης Παππάς είναι από τους καλλιτέχνες που πιστεύουν στα έργα και όχι στα
λόγια. Σήμερα, στα 89 του, βρίσκεται σε μια σημαντική καμπή. Οι είκοσι πέντε
παλαιοί μαθητές του – ήταν καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών -, καθηγητές και
ώριμοι γλύπτες οι ίδιοι πλέον, οργανώνουν στο Μέγαρο Εϋνάρδου, στην οδό Αγίου
Κωνσταντίνου 22, μία έκθεση γλυπτικής προς τιμήν του. Είναι κάτι που δεν έχει
ξαναγίνει για κανέναν άλλο γλύπτη. Η κυκλοφορία ενός μεγάλου βιβλίου –
λευκώματος, από τις Εκδόσεις Αδάμ, αφιερωμένου στη Γλυπτική του είναι ένα
ντοκουμέντο που συνοψίζει το έργο του.
Και το κυριότερο, ο Γιάννης Παππάς αποφάσισε να δωρίσει το πρότυπο εργαστήριο,
με το σπίτι, όπου έζησε στου Ζωγράφου, όλα τα έργα του μαζί με τα εργαλεία
του, που βλέπουμε τακτοποιημένα στον πάγκο, στο Μουσείο Μπενάκη. Τα γλυπτά
στον κήπο είναι μόνο ένα δείγμα. Στο εσωτερικό τού ψηλοτάβανου εργαστηρίου,
στις αποθήκες, το παράρτημα με τα ξύλινα πατάρια – αίθουσες, περιμένουν
εκατοντάδες γλυπτά και δεκάδες πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, μελέτες, μακέτες.
Μεγάλα και μικρά, γνωστά, αλλά και άγνωστα στον κόσμο, όπως ο μεγάλος έφιππος
ανδριάντας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, έτοιμος να στηθεί, καταγράφονται και
φωτογραφίζονται εδώ και έναν χρόνο.
Γιατί δείξατε προτίμηση στο Μουσείο Μπενάκη και όχι σε κάποιο πνευματικό ή
καλλιτεχνικό ίδρυμα;
«Διότι το Μουσείο Μπενάκη είναι πολύ ζωντανός οργανισμός, δυναμικός, έχει
απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έχει ένα επιτελείο ανθρώπων που
δείχνουν αγάπη προς την τέχνη.
Σκέφθηκα ότι, σήμερα στην Ελλάδα, για μένα ήταν το πιο φερέγγυο ίδρυμα στο
οποίο μπορώ να εμπιστευθώ το έργο μου».
Στο βιβλίο σας μιλάτε για τη μοναξιά του γλύπτη, επειδή ξέρει ότι ελάχιστοι
είναι όσοι ξεχωρίζουν την καλή από την κακή ποιότητα, το γνήσιο από το
κάλπικο. Μιλήστε μας για τη θέση του γλυπτού στον δημόσιο χώρο.
«Η γλυπτική είναι σήμερα η πτωχή συγγενής των τεχνών, ενώ κάθε τόσο υπάρχουν
αναφορές και γίνεται προβολή στις άλλες τέχνες. Βιβλίο γλυπτικής αυτής της
σημασίας που έχει το βιβλίο για τα γλυπτά μου, δεν υπάρχει άλλο.
Όσο για τον δημόσιο χώρο, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η γλυπτική τείνει να
γίνει διακοσμητικό στοιχείο και όχι δημιούργημα το οποίο να δίνει κάποιο
μήνυμα. Άλλα μέσα έχουν αυτό τον ρόλο. Το ενδιαφέρον του κόσμου και τα
κριτήρια είναι συγκεχυμένα, ώστε δυσκολεύεται ο θεατής να σχηματίσει γνώμη.
Είναι διεθνές το φαινόμενο, όχι μόνο ελληνικό. Η σχέση του γλύπτη και του
γλυπτού με τον δημόσιο χώρο έχει υποβαθμιστεί και είναι παρεξηγημένη.
Πρακτικά, αν αναλάβει ένας γλύπτης να κάνει ένα γλυπτό εξομοιώνεται με τον
εργολάβο των δημοσίων έργων. Η νομοθεσία δεν κάνει διάκριση γλυπτού και
δημόσιου έργου».
Δεν θέλει να συνεχίσει να μιλάει. Ο Γιάννης Παππάς, στα 89 του χρόνια,
αισθάνεται πως ό,τι είχε να πει το είπε με τη γλώσσα των έργων του.
Πόσο δύσκολος – επανερχόμαστε – ήταν ο χώρος μπροστά στη Βουλή προκειμένου
να τοποθετηθούν οι ανδριάντες του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Χαριλάου
Τρικούπη;
«Δύσκολος είναι ο όγκος του κτιρίου. Άλλη δυσκολία είναι ότι τα δύο αγάλματα
είναι ορατά από πολύ μακριά. Έγινε μακρά μελέτη του χώρου για να βρεθεί η
σωστή κλίμακα. Έπρεπε το μέγεθός τους να εναρμονισθεί με το μέγεθος του
κτιρίου και έκανα πολλές δοκιμές για το θέμα της κλίμακας. Όμως, η Βουλή δεν
είναι χώρος που έγινε για να δεχθεί αγάλματα. Τα αγάλματα ήρθαν εκ των
υστέρων. Μη μου κάνετε ερωτήσεις. Κοιτάξτε το εργαστήριο και γράψτε τις
εντυπώσεις σας».
Οι εντυπώσεις λένε ότι πρόκειται για μια γλυπτοθήκη των μορφών του εικοστού
αιώνα. Ένα έτοιμο μουσείο, όπου διασταυρώνονται οι επώνυμοι και οι ανώνυμοι.
Από την Αζίζα τη Φελάχα ώς την Ιοκάστη και από τα παιδικά πρόσωπα των γειτόνων
ώς τους ανδριάντες του Νικολάου Πλαστήρα, του Οδυσσέα Ελύτη, του Αδαμάντιου
Κοραή, του Μακρυγιάννη – που κάποιοι «φιλότεχνοι» όλο του σπάζουν το
γιαταγάνι.
Ένα πράγμα παραμένει σταθερό στο έργο και στη σκέψη του Γιάννη Παππά, όπως
αποτυπώνεται στις σκέψεις του για την τέχνη και τη ζωή: Ο άνθρωπος. «Δεν
απομακρύνθηκα από τον άνθρωπο και την ακτινοβολία της μορφής και της
έκφρασης», σημειώνει. «Η γλυπτική είναι λειτούργημα, που ρόλος του είναι να
μεσολαβεί μεταξύ του φυσικού και του μεταφυσικού κόσμου. Ήταν πάντα για τους
θνητούς μέσο απαθανάτισης, τεκμήριο ότι έζησαν και υπόσχεται πως η μνήμη τους
θα παραμείνει».
Πορεία ζωής
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 1913.
Σπούδασε, το 1930, γλυπτική και νομικά στο Παρίσι, όπου άνοιξε δικό του
εργαστήριο. Κέρδισε χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων το 1937.
Πολέμησε στο μέτωπο του Πολέμου του ’40-’41 ως απλός στρατιώτης και από
το 1944-1951 έζησε και δούλεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου μελέτησε τα μνημεία της
αιγυπτιακής τέχνης.
Εξελέγη το 1953 καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και
διετέλεσε διευθυντής και ανανεωτής της επί δέκα χρόνια (1959-69).
Έγραψε ποιήματα, πεζά και δοκίμια.
Έγινε το 1980 μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Σκηνογράφησε, το 1964, στην Επίδαυρο, τα αγάλματα των δώδεκα θεών για
τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, του Εθνικού Θεάτρου.
Περί ταλέντου
«Το ταλέντο είναι σαν ένα πουλάκι που κάθεται στον ώμο του καλλιτέχνη και
κελαηδεί, αλλά συχνά, συχνότατα, πετάει και χάνεται, διαρκεί λίγο». (Από το
λεύκωμα «Γιάννης Παππάς, Γλυπτική»).
Τι είναι, σύμφωνα με τις υποθήκες του Γιάννη Παππά, ο καλλιτέχνης; «Ο
πνευματικός εργάτης», διαβάζουμε, «είναι σύμβολο και παράδειγμα του ελεύθερου
ανθρώπου». Και ο καλλιτέχνης παλεύει αγώνα απεγνωσμένο με έπαθλο την εσωτερική ελευθερία.
INFO
Το λεύκωμα «Γιάννης Παππάς, Γλυπτική» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αδάμ –
Πέργαμος». Σελ. 423. Τιμή: 73,30 ευρώ.

