Μέλος της φυλής Φουνίλο στη Βραζιλία

Για τους επιστήμονες του «έξω κόσμου» κάθε επαφή με τις νέες φυλές ιθαγενών

είναι μια σπουδαία ευκαιρία να προσθέσουν καινούργιες σελίδες στα βιβλία της

ανθρωπολογίας ώστε να εμπλουτιστούν οι γνώσεις μας πάνω στην εξέλιξη του

ανθρώπου, λέει στα «ΝΕΑ» ο Γάλλος ανθρωπολόγος Ρ.Ζοσετί.

Μελετούν τους θεούς που λατρεύουν και τον τρόπο που συλλέγουν την τροφή τους

ώστε να τους εντάξουν σε διάφορες κατηγορίες. Εξετάζουν τη δομή της κοινωνίας

τους, την κουλτούρα τους μέσα από τη μουσική και τις τελετές τους. Μελετούν

άλλες πτυχές του πολιτισμού τους μέσα από τα είδη καθημερινής χρήσης που

φτιάχνουν και τον τρόπο που εκμεταλλεύονται για θεραπευτικούς σκοπούς την

άγρια χλωρίδα που τους περιβάλλει.

Μελετούν τον πολιτισμό τους με βάση τους ήχους που συνοδεύουν τις

τελετές τους. Ο λαογράφος συγγραφέας Γιώργος Λεκάκης σημειώνει χαρακτηριστικά

πως σχεδόν όλες οι φυλές που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα είχαν φτιάξει μουσικά

όργανα. Τυμπανοειδή ή πνευστά. Ακόμη και αυλούς από τρύπια καλάμια.

Και, φυσικά, αντλούν στοιχεία για την οργάνωση της οικογένειας. Κυνηγοί οι

άντρες, αρχηγοί της οικογένειας οι γυναίκες που κάθονταν στα σπίτια να

μεγαλώσουν τα παιδιά τους..

Για τους «άλλους» όμως, τους άγνωστους ιθαγενείς που ζουν χιλιάδες χρόνια

κρυμμένοι στις τροπικές ζούγκλες του Αμαζονίου, του Λάος της Καμπότζης και

άλλων περιοχών, η επαφή με τον έξω κόσμο σημαίνει πολλές φορές τον αφανισμό.

Σημαίνει τον βίαιο θάνατο από τους λευκούς που επιβουλεύονται τον ορυκτό

πλούτο της περιοχής που μένουν, ή τον θάνατο από τις αρρώστιες που ο «έξω

κόσμος» τούς μεταφέρει. Στην καλύτερη περίπτωση, η «επαφή» μπορεί να σημαίνει

την απομάκρυνση από τις πατρογονικές εστίες, την αντικατάσταση της προβιάς με

ένα τζιν και την ένταξή τους σε κάποιο κυβερνητικό πρόγραμμα για την προστασία

των περιοχών που είχαν κάποτε τους καταυλισμούς τους, λέει στα «ΝΕΑ» ο κ.

Λεκάκης.

Οι Κουλίνα-Πάνο στον Αμαζόνιο ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του 1960. Σήμερα η

φυλή τους αποτελείται από 52 ανθρώπους μιας και οι επιδημικές ασθένειες των

λευκών θέρισαν τους αδύναμους οργανισμούς τους.

Οι Ινδιάνοι Μάτις επίσης στον Αμαζόνιο που γνώρισαν τον «έξω κόσμο» το

1976 κόλλησαν πνευμονία και αποδεκατίστηκαν. Έχουν μείνει 216. Οι περισσότεροι

από τους μισούς είναι παιδιά μικρότερα των 11 χρόνων.

Οι Κορούμπο είναι γύρω στους 200. Μέλη της φυλής τους είχαν σφαγιαστεί από

λευκούς τυχοδιώκτες παλαιότερα. Και από εμπόρους ναρκωτικών.

Κανείς δεν ξέρει σήμερα πόσες φυλές ιθαγενών παραμένουν άγνωστες σε διάφορα

σημεία της Γης. Σε μια τεράστια περιοχή του Αμαζονίου που λέγεται Ρίο Τζαβάρι

και βρίσκεται ανάμεσα στη Βραζιλία, το Περού και τη Βολιβία εντοπίστηκαν πριν

από ένα χρόνο, από αεροφωτογραφίες, 19 σημεία που πιστεύεται ότι αποτελούν

χωριά ισάριθμων φυλών Ινδιάνων για τις οποίες κανείς δεν ξέρει το παραμικρό.

Στην περιοχή αυτή εικάζεται ότι ζουν σήμερα 60 φυλές Ινδιάνων που δεν έχουν

έλθει ποτέ σε επαφή με τον έξω κόσμο. Τον 19ο αιώνα υπολογίζεται ότι ζούσαν

εκεί περισσότεροι από 15.000 ιθαγενείς. Ο πληθυσμός τους σήμερα εκτιμάται

στους 3.000.

Στα χέρια των Ινδιάνων Κορούμπο

Η σχέση των φυλών του Αμαζονίου (εδώ, μέλος της φυλής των Γκουαρανί) και της

λατρείας τους προς το νερό αποτελούν αντικείμενα μελέτης για τους επιστήμονες

Πριν από έξι χρόνια, σε ένα μικρό ξύλινο μπαράκι στην όχθη του Αμαζονίου, ο

Βραζιλιάνος εξερευνητής Σίντνεϊ Ποσουέλο (όπως περιγράφει ο ίδιος στην

προσωπική του ιστοσελίδα, στα «ημερολόγια» της εξερέυνησής του) έπινε ένα

ποτήρι μπίρα με τον φίλο του Σίλβιο Καουβέσενς. Ο Σίλβιο είναι ακτιβιστής και

όλη του τη ζωή την είχε αφιερώσει στην προστασία των φυλών που ζουν στα

τροπικά δάση της περιοχής. Ο Σίντνεϊ όμως, 56 χρόνων τότε, ήταν περισσότερο

τολμηρός και είχε βάλει σκοπό να έρθει σε επαφή με Ινδιάνους που κανένας

λευκός δεν είχε πλησιάσει ειρηνικά έως τότε. Η αποστολή υποστηριζόταν από το

Ομοσπονδιακό Γραφείο της Βραζιλίας για την Προστασία των Ιθαγενών (FUNAI).

Οι δύο φίλοι μίλαγαν για την αποστολή που θα ξεκινούσε σε λίγο ο Σίντνεϊ. Ήταν

ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα στην περιοχή Ρίο Τζαβάρι όπου ζουν πολλές φυλές

Ινδιάνων. Ο Σίντνεϊ ζητούσε κάτι συγκεκριμένο. Τους Ινδιάνους Κορούμπο. Είχε

ακούσει ότι κάποιοι από αυτούς είχαν σκοτωθεί σε συμπλοκές με παράτολμους

ξυλοκόπους, με εμπόρους ναρκωτικών που καλλιεργούν φυτείες κοκαΐνης στην πυκνή

ζούγκλα ή ακόμη και με λευκούς που αναζητούσαν καουτσούκ.

«Έχεις καταλάβει τι πας να κάνεις;», γύρισε κάποια στιγμή και είπε ο

Σίλβιο στον Σίντνεϊ. «Το πιο πιθανό είναι να σας σφάξουν όλους στη ζούγκλα και

ποτέ κανείς να μη βρει τίποτα από εσάς». Ο Σίντνεϊ όμως έβαλε στην τσέπη τον

χάρτη του Ρίο Τζαβάρι και ξεκίνησε. Το Ρίο Τζαβάρι είναι μια περιοχή της

Βραζιλίας στα σύνορα με το Περού και τη Βολιβία. Έχει έκταση περίπου 8.500

τετραγωνικών χιλιομέτρων και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη περιοχή της

βραζιλιάνικης ζούγκλας του Αμαζονίου όπου ζουν Ινδιάνοι. Στο μυαλό του

56χρονου εξερευνητή γύριζαν πολλά. Ήξερε ότι αν κατάφερναν να προχωρήσουν

αρκετά χιλιόμετρα στην ενδοχώρα, σίγουρα οι Κορούμπο θα τους έβλεπαν. Θα τους

παρακολουθούσαν αθόρυβα και τίποτα δεν θα τους εμπόδιζε να ρίξουν τα

δηλητηριασμένα βέλη εναντίον τους.

Το πλοίο που θα μετέφερε την αποστολή φορτώθηκε. Πήραν τρόφιμα, ασυρμάτους,

όπλα και ξεκίνησαν το ταξίδι. Αποβιβάστηκαν σε μια όχθη παραποτάμου του

Αμαζονίου και άρχισαν να ανοίγουν δρόμο μέσα στην πυκνή ζούγκλα. Μαζί τους

είχαν και τρεις Ινδιάνους της φυλής των Μάτις.

Οι Μάτις μιλούν μια τοπική διάλεκτο ιθαγενών και θα ήταν σε θέση να

συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό με τους Κορούμπο αν η πρώτη επαφή γινόταν

αναίμακτα. Στην περιοχή του Τζαβάρι οι φυλές των Ινδιάνων δεν ζουν ειρηνικά

μεταξύ τους. Οι Κορούμπο είχαν σφαγιάσει και σκλαβώσει αρκετούς Μάτις όποτε

έκριναν ότι απειλείτο η περιοχή τους.

Οι ημέρες στη ζούγκλα κυλούσαν βασανιστικά. Η ομάδα άνοιγε μονοπάτια με

μαχαίρια. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και οι προμήθειες λιγόστευαν. Ένα ψυγείο που

είχαν χάλασε και το βοδινό κρέας που κουβαλούσαν σάπισε. Το έφαγαν οι

κροκόδειλοι. Τα έντομα έπεφταν πάνω τους λεφούσια. Δηλητηριώδη φίδια

παρουσιάζονταν συνεχώς μπροστά τους. Κατάφεραν να σκοτώσουν τρία από αυτά. Το

φαγητό τελείωσε και τότε άρχισαν να τρώνε μαϊμούδες. Κάθε μέρα για εβδομάδες.

Αλλά και χόρτα που διάλεγαν και μαγείρευαν οι Μάτις.

Ο καιρός περνούσε γρήγορα, αλλά τίποτα στην άγρια φύση δεν πρόδιδε την

παρουσία των Κορούμπο. Προχωρούσαν όλοι σε απόσταση πέντε μέτρων μεταξύ τους.

Δεν γυρνούσαν ποτέ πίσω από το μονοπάτι που είχαν χαράξει ώστε να αποφύγουν

τυχόν ενέδρες που θα τους έστηναν. Η πορεία κρατά εβδομάδες. Κανένα ίχνος των

Κορούμπο. Η αποστολή έχει προχωρήσει πολύ βαθιά. Ο ασύρματος δεν δουλεύει,

μόνο το ραδιόφωνο. Μαθαίνουν ότι η ακτοφυλακή τούς αναζητά. Θεωρούνται χαμένοι

από τον έξω κόσμο.

Έτσι κουρασμένοι καθώς προχωρούσαν, βρέθηκαν σε ένα ξέφωτο που είχε διάμετρο

περίπου 50 μέτρων. Και πιο πίσω, στις συστάδες των δέντρων, φαίνονταν καλύβες

φτιαγμένες από χόρτα και ξύλα. «Φθάσαμε σε ινδιάνικο χωριό», ψέλλισε ο

Σίντνεϊ. Την ίδια όμως στιγμή το πρώτο σοκ έδωσε τη θέση του στον κρύο ιδρώτα

που έλουσε τα μέλη της αποστολής. «Πώς θα είναι, πόσοι θα είναι, πού είναι

τώρα, μας βλέπουν, μας σημαδεύουν;». Κάποιοι όπλισαν τα πιστόλια, όχι για να

σκοτώσουν τους ιθαγενείς αλλά για να τους φοβίσουν. Άλλοι σκούπισαν το μέτωπό

τους. «Δεν μπορούμε να καθήσουμε έτσι, πρέπει να φωνάξουμε, να πούμε ότι

είμαστε εδώ. Αλλιώς θα μας περάσουν για εισβολείς, θα μας σφάξουν».

Οι δύο Ινδιάνοι Μάτις που είχαν μαζί τους έκαναν ένα βήμα μπροστά και έβγαλαν

μια δυνατή μακρόσυρτη κραυγή. Καμία απάντηση. Μπήκαν σιγά στις καλύβες. Ήταν

τέσσερις και φαίνονταν εγκαταλελειμμένες. Μόνο μερικά ξύλινα κρεβάτια έχουν

μέσα. Να όμως και ένα κολιέ από δόντια μαϊμούς και κάποιο είδος τζακιού.

Επικρατεί απόλυτη ησυχία. Περνούν λίγες ημέρες έτσι και οι εξερευνητές

κάνουν μικρές εξόδους από το χωριό προς όλες τις κατευθύνσεις. Η κατάσταση

γίνεται ανυπόφορη. Το φαγητό τελειώνει. Το ίδιο και το νερό. «Τέρμα, μέχρι εδώ

ήταν για φέτος. Ας γυρίσουμε πίσω…».

«Είναι εδώ», ψιθυρίζει ο Αλφόνσο. «Βλέπω δύο πολεμιστές εκεί… Σίντνεϊ, είναι

και άλλοι, μας περικύκλωσαν».

« Έχετε έρθει να μας σκοτώσετε;»

Οι Μάτις, που κρατούν στα χέρια τους κατσαρολικά, πλησιάζουν προς τους

Κορούμπο. Δεν τους βλέπουν καλά. Πρώτος μιλά ο αρχηγός των Κορούμπο. Οι Μάτις

καταλαβαίνουν λίγα.

«Έχετε έρθει να μας σκοτώσετε;».

«Όχι, ερχόμαστε ως φίλοι με δώρα για εσάς. Θέλουμε να σας γνωρίσουμε. Είμαστε

ντόπιοι».

Μπροστά τους προβάλλουν τέσσερις πολεμιστές Κορούμπο μαζί με γυναίκες. Οι

πολεμιστές έχουν ένα κορδόνι τυλιγμένο στα γεννητικά τους όργανα. Είναι

κοντοκουρεμένοι. Οι γυναίκες τελείως γυμνές. Μία από αυτές έχει κάνει πολλά

παιδιά γιατί είναι φασκιωμένη με ένα ειδικό φυτό που χρησιμοποιούν οι Ινδιάνοι

μετά τη γέννα για την αποκατάσταση του σώματος.

«Εκείνη τη στιγμή κανείς δεν ήξερε τι θα συνέβαινε το επόμενο δευτερόλεπτο»,

έλεγε αργότερα ο Σίντνεϊ. «Αλλά και αυτά που μας είπαν, ίσως να περάσουν πολλά

πολλά χρόνια μέχρι να τα καταλάβουμε πραγματικά. Εμείς ίσως να μη ζούμε όταν ο

πολιτισμένος κόσμος καταλάβει τη γλώσσα των Κορούμπο», γύρισε και του είπε ο

Αλφόνσο.

Το επόμενο λεπτό οι Κορούμπο χοροπηδούσαν γελώντας, έφυγαν και γύρισαν με

καλαμπόκια στα χέρια σαν δώρο. Πήραν τα ρούχα των εξερευνητών, περιεργάστηκαν

τις φωτογραφικές τους μηχανές, μαγείρεψαν γι’ αυτούς, τους έδωσαν να πιουν

φρουτοχυμό. Όταν οι εξερευνητές δίστασαν φοβούμενοι μην είναι δηλητηριασμένος,

εκείνοι βούτηξαν τα δάκτυλά τους σε αυτόν και πασάλειψαν τα χείλη τους. Ο

Σίντνεϊ δεν αποκάλυψε ποτέ τον δρόμο που οδηγούσε στο χωριό τους.

Στοιχεία για τις απαρχές του Ανθρώπου

Η γυναίκα αυτή ανήκει στη φυλή Νούμπα που ζει στα Κανάρια Νησιά και χορεύει

ντόπιο παραδοσιακό χορό

Πολλά μαθαίνουν οι ειδικοί παρακολουθώντας τους ιθαγενείς. Καταλαβαίνουν πώς

ξεκίνησε η γλώσσα. Αρκετές φυλές διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποιούσαν λέξεις που

ήταν συρραφή συλλαβών. Χωρίς σύνταξη. Ο ήχος που κάνουν κάποια φυσικά

φαινόμενα, όπως ο κεραυνός ή ένα ξύλο που σπάει, αποτελούσαν τμήματα του λόγου

τους. Λέγοντας «μπαμ» εννοούσαν τον κεραυνό.

Μαθαίνουν επίσης οι ειδικοί για το πώς ο άνθρωπος ξεκίνησε να φτιάχνει

εργαλεία και όπλα που χρησιμοποιούσε για να σκοτώνει, για να κυνηγά ζώα ή να

καθαρίζει τους καρπούς των φυτών και των δέντρων. Συλλέγουν ακόμη πληροφορίες

για τη σχέση του πρωτόγονου ανθρώπου με τη θρησκεία. Και τη συνδέουν με το

στάδιο της εξέλιξής του.

Καταλαβαίνουν πόσο έχει εξελιχθεί μια φυλή από το είδος των θεών που λατρεύει.

Από το αν αυτοί είναι πράγματα ορατά όπως μια λίμνη, ένα ποτάμι, ένας βράχος,

από το αν πρόκειται για θεότητες που βρίσκονται κάτω από τη γη ή είναι ουράνιες.