Είναι Σάββατο απόγευμα και βρίσκομαι σε ένα από εκείνα τα ορεινά χωριά της

Ελλάδας που αργοσβήνουν στο πέρασμα του χρόνου. Όλα τα σημάδια της παρακμής

είναι ορατά… κλειστό σχολείο εδώ και χρόνια, ηλικιωμένοι κάτοικοι, σπίτια

φαντάσματα, ένα καφενείο-παντοπωλείο-κρεοπωλείο και ό,τι άλλο μπορείς να

φανταστείς, μια κυρά βασανισμένη πίσω από τον πάγκο, ημερολόγια της περασμένης

χιλιετίας στον τοίχο και πάει λέγοντας. Τα πρώτα αυτοκίνητα όμως αρχίζουν και

καταφθάνουν. Οι περισσότεροι σταματούν, μπαίνουν στο καφενείο και είτε

αγκαλιάζονται είτε απλά χαιρετιούνται. Ο καφετζής-παντοπώλης ανακατεύει κάτι

χαρτιά και τους δίνει τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού, του νερού που έχουν

φθάσει εδώ και μήνες. Τους παίρνουν και υπόσχονται ότι θα επιστρέψουν σε λίγο,

αφού ανοίξουν το σπίτι και τακτοποιηθούν λιγάκι. Αύριο είναι η ημέρα της

απογραφής και όλοι θέλουν να βρίσκονται στο χωριό τους. Ένα χωριό που δεν

θέλουν να σβηστεί από τον χάρτη παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν μπορούν να

μείνουν εκεί. Ένα χωριό που λαχταράνε να βρεθούνε στην αγκαλιά του, αν και

εκείνοι πρώτοι το εγκατέλειψαν. Ένα χωριό «άλλοθι» για τα όνειρα και τις

ελπίδες που χάθηκαν στη διαδρομή, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη σε μέρη

«ξένα».

Πέρα από τις σκοπιμότητες των δημάρχων και των φορέων της Τοπικής

Αυτοδιοίκησης, κανένας δεν θέλει να δει την ιδιαίτερη πατρίδα του να πεθαίνει.

Πονάς τον τόπο που γεννήθηκες και μεγάλωσες και όταν σε ρωτήσουν πού «μένεις»,

συνήθως επιλέγεις το μέρος αυτό που διαμένει μόνιμα η καρδιά σου. Αυτό έκαναν

οι περισσότεροι Έλληνες το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Ακολούθησαν την καρδιά

τους!

Κάτι τέτοιο προσπαθώ και εγώ να κάνω στα ταξίδια μου. Περιφέρομαι σαν νομάς

ακολουθώντας την καρδιά και το ένστικτο και κάποιες φορές αφήνω άλλους να με

οδηγήσουν σε μονοπάτια που εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα. Από μια συγκυρία

γεγονότων έφθασα στη Σπερχειάδα και χωρίς αναστολές αφέθηκα σε μια καινούργια

όμορφη διαδρομή. Σε όλους όσους συνάντησα και μίλησα, διέκρινα αυτήν τη

θαυμάσια διάθεση να ξορκίσουν το «θανατικό» που έχει πέσει στα ορεινά χωριά

της Φθιώτιδας. Να μη χαθούν, γιατί κλείνουν μέσα τους σωρό καρδιές που

νοιάζονται και πονάνε γι’ αυτά.

Χτισμένη στους πρόποδες του υψώματος Γουλινά, η Σπερχειάδα είναι μια τυπική

επαρχιακή κωμόπολη με τον κάμπο του ποταμού Σπερχειού μπροστά της και τη Λαμία

σε μικρή απόσταση. Είτε αρχιτεκτονικά είτε αισθητικά δεν έχει να επιδείξει

τίποτε το ιδιαίτερο, αλλά αποτελεί ένα πρώτης τάξεως ορμητήριο προς τα γύρω

ονομαστά βουνά. Η Οίτη, τα Βαρδούσια, η Οξυά και ο Τυμφρηστός δημιουργούν ένα

φαινομενικά αδιαπέραστο ορεινό τείχος που αξίζει κανείς να περιηγηθεί.

Παλιότερα ονομαζόταν Αγά, πιθανότατα γιατί ήταν έδρα Τούρκου αγά

(αξιωματούχου) και η τοπική παράδοση αναφέρει ότι οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν

Σουλιώτες που εκπατρίστηκαν από τον Αλή Πασά και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή

για να αποφύγουν τα αντίποινα των Τουρκαλβανών. Από το 1845 και μετά άρχισε να

χτίζεται η σημερινή κωμόπολη και το 1904 άλλαξε το όνομά της σε Σπερχειάδα,

είτε για να θυμίζει την αρχαία πόλη των Αινιάνων Σπέρχεια είτε λόγω του

ποταμού. Ο Σπερχειός ποταμός θεοποιήθηκε και λατρεύτηκε από τους Έλληνες που

ζούσαν στην κοιλάδα του. Το όνομά του παράγεται από το ρήμα σπέρχω που

σημαίνει ρέω ορμητικά, αλλά στον Μεσαίωνα λεγόταν Αγριομέλας, ενώ στη νεώτερη

Ιστορία αναφέρεται ως Αλαμάνα. Ύστερα από 80 περίπου χιλιόμετρα ορμητικής

διαδρομής εκβάλλει στον Μαλιακό Κόλπο και δημιουργώντας προσχώσεις εκατοντάδες

χρόνια τώρα «εξαφανίζει» τα στενά των Θερμοπυλών που πολέμησε ο Λεωνίδας της

Σπάρτης. Η κοιλάδα του Σπερχειού συνδέεται με τον επιφανέστερο ήρωα της

Ομηρικής Ιλιάδας, τον Αχιλλέα. Σύμφωνα με ενδείξεις η περιοχή (ή πόλη) Φθία, η

οποία πολλές φορές αναφέρεται στον Όμηρο, είναι ο χώρος της κοιλάδας του

Σπερχειού. Οι κάτοικοί της ονομάζονταν Μυρμιδόνες και βασιλιάς τους ήταν ο

Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα. Άλλος ένας ήρωας που συνδέεται με τον Σπερχειό

είναι ο Αθανάσιος Διάκος, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε και θανατώθηκε μετά τη μάχη

της Αλαμάνας, εκεί στην ομώνυμη γέφυρα του ποταμού.

Η σημερινή Σπερχειάδα απολαμβάνοντας τους χαλαρούς ρυθμούς μιας επαρχιακής

κωμόπολης αναπαύεται νωχελικά στα ριζά του βουνού, χαίρεται τη ζωή, οι

κάτοικοί της αναζητούν πρόσχαροι την ανθρώπινη επαφή και αφήνουν πίσω τους την

πολυτάραχη εποχή του Εμφυλίου που έκανε μεγάλο κακό στην ευρύτερη ορεινή ζώνη,

αλλά και στα πεδινά. Από τα στόματα όλων θα ακούσεις μια καλή κουβέντα για τον

σύγχρονο ευεργέτη της Σπερχειάδας, τον κ. Αθανάσιο Ακρίδα, ο οποίος έφτιαξε το

Λαογραφικό Μουσείο, το Πνευματικό Κκέντρο και στηρίζει εδώ και πολλά χρόνια

κάθε προσπάθεια ανάπτυξης στην περιοχή.

Το πλέγμα των ορεινών χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας ήταν αυτό που με ώθησε να

φθάσω μέχρι εδώ, καλύπτοντας μια διαδρομή που ένωνε κομμάτια τα οποία ποτέ

μέχρι σήμερα δεν είχα επισκεφθεί, αν και είχα περάσει από δίπλα. Ακολούθησα

τον νέο φαρδύ ασφαλτόδρομο που φτιάχνεται με κατεύθυνση το Γαρδίκι. Πέρασα έξω

από τα χωριά Κλωνί, Παλαιοβράχα και Φτέρη και ύστερα από 12 χλμ. περίπου μπήκα

στη Λευκάδα. Ο παλιός νερόμυλος στην είσοδο του χωριού δεν λειτουργεί πια και

από κάτω ακούγεται ο Ρουστιανίτης, ο παραπόταμος του Σπερχειού. Οι 350

κάτοικοι που παρμένουν στη Λευκάδα ασχολούνται βασικά με τη γεωργία και την

κτηνοτροφία. Περνώντας μέσα από ένα μικρό δάσος με βελανιδιές και πάνω από το

ορμητικό ρέμα μπήκα στο χωριό Κανάλια και συνέχισα στον στενό ανηφορικό

ασφάλτινο δρόμο. Λίγο πιο πάνω από το γνωστό και αγαπητό στους τοπικούς

καλοκαιρινό καφέ-μπαρ «υδραγωγείο» σταμάτησα σε μιαν άκρη του δρόμου. Μπροστά

μου ορθωνόταν ο ορεινός όγκος της Σαράνταινας, τμήμα της Οξυάς, στις υπώρειες

της οποίας φωλιάζουν τρία ονομαστά χωριά. Στα αριστερά φαίνονταν κάποια σπίτια

από το Γαρδίκι, στη μέση ξεχώριζε το Παλιοχώρι και στα αριστερά διακρίνονταν

τα Πουγκάκια. Η Σαράνταινα, σύμφωνα με την παράδοση, οφείλει το όνομά της στο

δράμα μιας γαμήλιας πομπής από σαράντα άτομα, που διάβαινε τη ράχη του βουνού

και έπεσε επάνω σε μια ξαφνική χιονοθύελλα. Δυστυχώς, χάθηκαν όλοι και για

τούτο ­ συνεχίζει η τοπική παράδοση ­ ονομάζεται Κλαψί το χωριό που βρίσκεται

προς τη μεριά του Καρπενησιού, ενώ μια απόκρημνη πλαγιά στο Βελούχι

(Τυμφρηστός) ονομάστηκε Συμπεθερικό, γιατί τα βράχια της σχηματίζουν τη μορφή

της πομπής εκείνης!

Πριν μπω στο Γαρδίκι έστριψα αριστερά στον ανηφορικό χωματόδρομο που φθάνει

μέχρι τις κεραίες και τον ανακλαστήρα του ΟΤΕ. Πριν από το ξωκκλήσι του Αγίου

Κων/νου κοντοστάθηκα σε μια σειρά από γωνιασμένες πέτρες που σχηματίζουν τη

βάση ενός οικοδομήματος. Η τοποθεσία ονομάζεται Μάρμαρα και οι πέτρες αυτές

μοιάζουν να μεταφέρθηκαν από αλλού. Οι τοπικοί λένε στη δική τους εκδοχή

«ετούτο είναι φυλάκιο του Αχιλλέα». Πάντως, πρόκειται για αρχαίο κτίσμα που

φαίνεται να έχει τη μορφή φρουριακού συγκροτήματος και πιθανότατα

κατασκευάστηκε από τους Αιτωλούς. Ο δρόμος τελειώνει λίγο πιο πάνω από το

ξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και παρά τη λειτουργία των υπερσύγχρονων

τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων η θέα είναι εξαιρετική. Κοιτώντας προς τη

μεριά της κοιλάδας του Σπερχειού βλέπεις το τμήμα εκείνο του ποταμού που

έρχεται από την πλευρά του Τυμφρηστού και περνάει δίπλα από το χωριό του Αγίου

Γεωργίου, ενώ από την άλλη μεριά διακρίνεις έναν από τους κύριους

παραποτάμους, στη χαραγματιά ανάμεσα στα χωριά Γαρδίκι και Πλάτανος. Είναι ο

Ίναχος ή Βίστριζα. Όταν έχει καλή μέρα από εδώ ξεχωρίζεις βαθιά μέσα στον

ορίζοντα τον Όλυμπο, ενώ δίπλα σου οι κορυφές των Βαρδουσίων γυαλίζουν στον

ήλιο.

Το Γαρδίκι είναι ένα χωριό που αξίζει κανείς να σταθεί. Η πολυτάραχη ιστορία

του ως άντρο της κλεφτουριάς, αλλά και των ανταρτών δηλώνει με τον καλύτερο

τρόπο τη σημαντική γεωγραφική του θέση, γιατί «ελέγχει» όλη τη γύρω περιοχή.

Δεν είναι καθόλου τυχαίος ετούτος ο τόπος που στεφανώνεται από ένα υπέροχο

δάσος με έλατα, το οποίο ονομάζουν Κεφαλάρι. Τον χειμώνα μένουν στο Γαρδίκι

κάπου 40 άτομα, αλλά το καλοκαίρι γίνονται πάνω από 500. Βλέπετε κανείς δεν

θέλει ­ και δεν μπορεί ­ να ξεχάσει το χωριό του, ενώ οι βόλτες στο δάσος,

μέχρι το ξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, είναι διακαής πόθος κάθε «ξενιτεμένου»

Γαρδικιώτη. Από τις τρεις πλατείες του χωριού η μεγαλύτερη φιλοξενεί την

τεράστια εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, που κατασκευάστηκε το 1908.

Ανακαινισμένη εσωτερικά αναδεικνύει με επιβλητικό τρόπο το ξυλόγλυπτο (από

καρυδιά) τέμπλο του 1912, αλλά και τις παλιές αγιογραφίες επάνω σε δέρμα. Για

να νιώσεις καλύτερα ετούτο τον τόπο πρέπει να ακολουθήσεις τον χωμάτινο δρόμο

που οδηγεί στο χωριό Γραμμένη Οξυά. Πρέπει να δεις τον παλιό νερόμυλο με το

ξύλινο καλκάνι, το νοτιότερο δάσος οξυάς σε όλη την Ευρώπη, τη βρύση του

Αρβανίτη με το κρυστάλλινο, παγωμένο, νερό, το ορειβατικό καταφύγιο στο

διάσελο της Οξυάς (δυστυχώς κλειστό… με τα κλειδιά στη Μακρακώμη… αν είναι

δυνατόν!), αλλά και τη Γραμμένη Οξυά, ένα από τα καλύτερα «μπαλκόνια» στα

Βαρδούσια.

Από το Γαρδίκι η άσφαλτος συνεχίζει προς το Παλιοχώρι και τα Πουγκάκια.

Επιβεβλημένη είναι η στάση στην ομορφότερη πέτρινη εκκλησιά της περιοχής, τον

Προφήτη Ηλία Παλιοχωρίου. Ήταν μοναστήρι κανονικό μέχρι το 1783 περίπου, που

άρχισαν οι εχθροπραξίες ανάμεσα στην κλεφτουριά και τους Τούρκους. Ο ρυθμός

της εκκλησιάς που σώζεται σήμερα είναι σταυροειδής μετά τρούλλου και ο θόλος

ακολουθεί την αγιορείτικη τεχνοτροπία.

Περνώντας από τον οικισμό Κέδρα φθάνεις στα Πουγκάκια, στο τέλος του

ασφάλτινου δρόμου. Όμορφο, περιποιημένο χωριό, με την εκκλησία της Κοίμησης

της Θεοτόκου (1898) στην κεντρική πλατεία. Τα Πουγκάκια κρατάνε περίπου 140

μόνιμους κάτοικους τον χειμώνα και οι παππούδες στα καφενεία μιλάνε για ένα

χωριό 3.000 κατοίκων που χάνεται στο πέρασμα του χρόνου. Το όνομα του χωριού

λένε πως βγαίνει από τη λέξη απάγκιο (δηλαδή Απαγκάκια-Πουγκάκια) που σημαίνει

καταφύγιο. Όσοι έρχονταν δηλαδή εδώ έβρισκαν καταφύγιο από τους Τούρκους. Μου

άρεσε η εκδοχή αυτή και τα Πουγκάκια ακόμα περισσότερο.

Δεν συνέχισα τον χωματόδρομο που βγάζει στις Ράχες Τυμφρηστού, αλλά επέστρεψα

στο Γαρδίκι ακολουθώντας τον δρόμο προς το χωριό Πλάτανος (παλιά Στάγια). Στη

στρατιωτική γέφυρα του ποταμού Ίναχου η άσφαλτος τελειώνει, αλλά συνέχισα

απτόητος στον βατό χωματόδρομο περνώντας από τον Πλάτανο, το Κυριακοχώρι, το

Νικολίτσι και το Περιβόλι στρίβοντας για Μάρμαρα. Ήθελα να δω από κοντά τα

άφθονα τρεχούμενα νερά του, τις πολλες του συνοικίες και τις δεκάδες βρύσες.

Το παλαιότερο όνομά του ήταν Σέλιανη και πολλοί πιθανολογούν ότι εδώ

εγκαταστάθηκαν Ηπειρώτες μαστόροι που στόλισαν τις πλαγιές που απλώνεται το

χωριό με πέτρινα σπίτια, αληθινά στολίδια. Μονάχα 40-50 άνθρωποι μένουν τον

χειμώνα στα Μάρμαρα και οι 400 περίπου οικογένειες που κατοικούσαν εκεί

«χαλάστηκαν» στον Εμφύλιο!

Τόσο στα Μάρμαρα όσο και έξω από το χωριό Περιβόλι συναντάει κανείς τις

βυσσινί πινακίδες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Στον ευκόλως προσβάσιμο θολωτό

αρχαίο τάφο έξω από το Περιβόλι, οι τετραγωνισμένοι ογκόλιθοι παραμένουν ακόμα

στη θέση τους, αλλά το τσίγκινο υπόστεγο κατέρρευσε και τώρα σκουριάζει πάνω

στον τάφο! Το κοιτώ και κουνάω το κεφάλι, γιατί κανείς από τους τοπικούς δεν

ενδιαφέρθηκε… Έτσι είναι το ταξίδι στην Ελλάδα. Άλλοτε σε συναρπάζει και

άλλοτε σε τρελαίνει από εκνευρισμό. Σηκώθηκα και έφυγα τρέχοντας για να

προλάβω να δω από κοντά και το Δίλοφο, πριν επιστρέψω στη Σπερχειάδα. Βλέπετε

­ εκτός από όμορφο ορεινό χωριό ­ είναι ιδιαίτερη πατρίδα συναδέλφου στην

εφημερίδα και… ποιος τον ακούει μετά!

ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Η Σπερχειάδα απέχει μόλις 35 χιλιόμετρα από τη Λαμία και για να φθάσετε

μέχρι εκεί ακολουθείτε τον δρόμο προς Καρπενήσι και φθάνοντας στην κεντρική

πλατεία της Μακρακώμης ακολουθείτε τις ταμπέλες. Η απόσταση Σπερχειάδα –

Μακρακώμη είναι μόλις 4 χιλιόμετρα. Από τη Σπερχειάδα για το Γαρδίκι ο δρόμος

είναι ασφάλτινος και η συνολική απόσταση είναι 27 χλμ. Από το Γαρδίκι το

Παλιοχώρι απέχει 4 χλμ. και τα Πουγκάκια 7. Ο χωματόδρομος που ενώνει τη

Γραμμένη Οξυά (το πιο απομακρυσμένο χωριό των Κραββάρων) με το Γαρδίκι αν και

ανήκει στις πάλαι ποτέ ειδικές διαδρομές του Ράλι Ακρόπολις είναι βατός από

εδώ και στο εξής, ενώ η συνολική απόσταση δεν ξεπερνάει τα 26 χλμ. Μέχρι τη

βρύση του Αρβανίτη η απόσταση είναι 12 χλμ. και λίγο πιο πάνω είναι το

διάσελο, το ορειβατικό καταφύγιο, αλλά και τα σύνορα Φθιώτιδας –

Αιτωλοακαρνανίας. Από το Γαρδίκι ο Πλάτανος (Στάγια) απέχει 5 χλμ. το

Κυριακοχώρι 9, το Νικολίτσι 16 και το Περιβόλι 22.

ΔΙΑΜΟΝΗ

Ένας περιποιημένος ξενώνας λειτουργεί στη Σπερχειάδα και ονομάζεται

«Γόργιανη» (τηλ. 0236-44800) και η κυρία Τασία που τον διαχειρίζεται είναι

πολύ ευγενική, εξυπηρετική και πρόσχαρη. Ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχει

δωμάτιο να σας φιλοξενήσει θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να βρείτε κατάλυμα

στην περιοχή. Το καλοκαίρι μόνο, στο Γαρδίκι λειτουργεί ο ξενώνας του Ντούβλη

(0235-61209), αλλά καλύτερα τηλεφωνήστε πριν. Για όσους θέλουν μεγάλα

ξενοδοχεία και ατμόσφαιρα πόλης, η Λαμία είναι πολύ κοντά.

ΦΑΓΗΤΟ

Το κατ’ εξοχήν έδεσμα που θα ευχαριστηθείτε στη Σπερχειάδα είναι το

κοκορέτσι. Είναι φημισμένη η κωμόπολη γι’ αυτό, όπως επίσης για τα λουκάνικα,

τον τραχανά και τις χυλοπίτες. Η Νο1 ψησταριά στη Σπερχειάδα είναι του Μανίτα,

ενώ πολύ καλή είναι και η ταβέρνα του Αρχοντάκη στον κεντρικό δρόμο. Όσον

αφορά τα χωριά γύρω, στη Λευκάδα θα βρείτε εξαιρετικά παϊδάκια, στην

Παλιοβράχα πέρα από τα κρεατικά έχει νόστιμο κουνέλι και ντόπιο κρασί, στο

Γαρδίκι και οι 4 ταβέρνες-ψητοπωλεία που είναι ανοιχτές έχουν καλό φαγητό, ενώ

το καλοκαίρι πολλοί προτιμούν πατσά, όταν βρουν! Στα Μάρμαρα τα ντόπια

κρεατικά και το τοπικό μπρούσκο κρασί από τα ορεινά κτήματα του χωριού δύσκολα

δέχονται συγκρίσεις.

ΧΡΗΣΙΜΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ

(Κωδικός 0236)

Δήμος Σπερχειάδας 43336-44444

Αστυνομία Σπερχειάδας 43222

Κέντρο Υγείας Σπερχειάδας 23146

Κοινότητα Γαρδίκι 61304

Αγρ. Ιατρείο Γαρδίκι 61204

Κοινότητα Μάρμαρα 93209

Αγρ. Ιατρείο Μάρμαρα 93210