«Μαμά, χωράς σε μια σακούλα σουπερμάρκετ;» με ρώτησε το βλαστάρι μου, και

είπα, πάει, απογειώνεται η ελληνική εκπαίδευση, μετά τα μαθήματα πληροφορικής

ακολουθούν τα μαθήματα επιστημονικής φαντασίας.

«Βρε, άντε, διάβασε να ξεστραβωθείς. Αρχίσαμε τις αηδίες».

«Ε, αφού δεν χωράς, είσαι… πολύ μεγάλο ψώνιο».

«Να σου αστράψω μιαν ανάποδη, να σου πω εγώ ποιος είναι ψώνιο» επιβλήθηκα διά

της… πειθούς.

Έτσι, νόμισα, δηλαδή, γιατί εκεί που πήγαινε να βγει από την κουζίνα κι εγώ

είχα στρέψει την πλάτη προς την πόρτα, ακούω: «Ε, ψίτ όμορφη».

«Το χρυσό μου», σκέφτομαι η αθώα μάνα, «κοίτα πόσο τρυφερά πάει να με

καλοπιάσει», και γυρνάω και τι ακούω η γυναίκα, τι ακούω: «Ψώνιο, ε, ψώνιο».

«Πες τα, αγόρι μου, πες τα» έσπευσε αμέσως να συνηγορήσει υπέρ μου το στεφάνι

μου.

Και εκεί που ήμουν έτοιμη να τους περάσω και τους δύο γενεές δεκατέσσερις,

απευθύνεται ο γιος στον πατέρα: «Μπαμπά, πού θα ‘θελες να είχες γεννηθεί, σε

μια οικοδομή, στο Διάστημα, ή σε ένα σουπερμάρκετ;».

«Στην οικοδομή, αγόρι μου, στην οικοδομή» απάντησε ο ξύπνιος και εισέπραξε

τοις μετρητοίς: «τούβλο, ε, τούβλο».