«Η απαγωγή του λεωφορείου ήταν οργανωμένη, ο Σούφα δεν ήταν τυχαίος
απαγωγέας, είχε σχέδιο και συνεργούς». Την αποκάλυψη αυτή για τον ρόλο του
28χρονου Αλβανού Αρμπίν Σούφα, πρωταγωνιστή της δεύτερης πειρατείας στο
λεωφορείο του ΚΤΕΛ Κιλκίς που έγινε τον περσινό Ιούλιο, κάνει στα «ΝΕΑ» ο
άνθρωπος-κλειδί για το αίσιο τέλος της απαγωγής των έξι ομήρων του λεωφορείου.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.
Γραφείο Βόρειας Ελλάδας
|
| Είχε συνεργούς. Ο Τάσος Καραγιάννης που συνεργάστηκε με τον στρατιώτη Νέστορα Κόκκαλη στον αφοπλισμό του Αλβανού, μιλάει για πρώτη φορά για την περιπέτειά του
|
Ο 36χρονος υπάλληλος της ΑΓΝΟ Τάσος Καραγιάννης ανοίγει για πρώτη φορά τα
χαρτιά του, έναν χρόνο μετά τη λεωφορειοπειρατεία στην Παλαίστρα της Φλώρινας,
που έγινε σαν κεραυνός εν αιθρία, καθώς προηγήθηκε η απαγωγή του περσινού
Ιουνίου, με τραγικό θύμα τον επιβάτη Γιώργο Κουλούρη που έπεσε νεκρός από πυρά
Αλβανού αστυνομικού. Τις ημέρες εκείνες αρνείτο να δώσει οποιαδήποτε
πληροφορία, να κάνει δηλώσεις στις κάμερες. Ακόμη και αν γνώριζε πως η
αποφασιστική του στάση να αρπάξει από το χέρι του Αλβανού απαγωγέα τη
χειροβομβίδα και να την πετάξει ο ίδιος έξω από το λεωφορείο οδήγησε στο αίσιο
τέλος της 27ωρης περιπέτειας.
«Είναι αλήθεια ότι φοβήθηκα μετά το περιστατικό μήπως δουν το πρόσωπό μου. Ο
Αλβανός δεν ήταν μόνος, είχε σπείρα πίσω του», λέει ο Τάσος Καραγιάννης, «και
εγώ έχω οικογένεια». Ακόμη, θεώρησε ότι δεν ήταν καλό να παρέμβει στην έρευνα
της Αστυνομίας εκφράζοντας απόψεις στα ΜΜΕ.
Ωστόσο τώρα πείστηκε ότι όλα τελείωσαν, ακόμη και αν στον ίδιο άφησαν πληγές
ανεξίτηλες στο χρόνο: «Δεν πρόκειται να ξανανέβω σε υπεραστικό λεωφορείο.
Ακόμη και όταν πρέπει να πάω στη Γουμένισσα, παίρνω ταξί», υποστηρίζει ο
36χρονος, ο οποίος λέει τώρα ότι «δεν κοιμάμαι ακόμη και όταν βλέπω
λεωφορειοπειρατείες στη Βραζιλία».
Η συμπεριφορά του απαγωγέα ήταν αυτή που έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον κ.
Καραγιάννη, παρ’ ότι ο Αλβανός τον θεωρούσε μεγαλύτερό του εχθρό. «Κατέβηκα με
αίματα από το λεωφορείο. Σε όλη τη διαδρομή με χτυπούσε στο κεφάλι με τη βάση
της χειροβομβίδας, με φοβόταν ίσως λόγω της σωματικής μου διάπλασης, αλλά στη
συνέχεια κατάφερα και κέρδισα την εμπιστοσύνη του», υπογράμμισε.
Για τον ρόλο του απαγωγέα ο όμηρος, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο αίσιο
τέλος της περιπέτειας, είναι πεπεισμένος. «Δεν ήταν τυχαία η συμπεριφορά του.
Τον ακούγαμε που μιλούσε στο κινητό. Έλεγε για αυτοκίνητα, άλλαζε σχέδια στο
δευτερόλεπτο, δεν ήταν μόνος. Είχε σπείρα από πίσω του με τα μέλη της οποίας
συνεννοείτο, γι’ αυτό και δεν έβγαλε καθόλου την κουκούλα».
Το κίνητρο του 28χρονου Σούφα ήταν τα χρήματα, κατά τον κ. Καραγιάννη.
«Πρώτιστο αίτημά του ήταν να βρεθούν και να του δώσουν τα λεφτά, δεν ήθελε
τίποτε άλλο και ας έλεγε ότι ήθελε τον αστυνομικό που του έσκισε τα χαρτιά.
Εγώ πιστεύω ότι δεν έγινε ποτέ κάτι τέτοιο», τόνισε συμπληρώνοντας ότι ο
Αλβανός ενημέρωνε από το κινητό του τηλέφωνο δύο άτομα σε όλη τη διαδρομή για
την εξέλιξη της υπόθεσης.
«Θα μας πήγαινε στην Αλβανία και εκεί θα μας σκότωνε. Αυτός έλεγε ότι θα μας
κεράσει καφέ στο παραλιακό του σπίτι, αλλά έλεγε ψέματα, τον ενδιέφεραν τα
λεφτά», υποστήριξε ο 36χρονος. Ακόμη, εντύπωση προκάλεσε όσα γνώριζε τόσο για
την υπόθεση Ματέι όσο και για την πρώτη λεωφορειοπειρατεία. «Ήταν διαβασμένος,
γνώριζε τα πάντα, όσα γίνονται στην Ελλάδα», είπε.
Η θέση του Τ. Καραγιάννη στα δύο κρίσιμα λεπτά που χρειάστηκαν για να
αφοπλιστεί ο Αλβανός απαγωγέας και στη συνέχεια να πέσει νεκρός από τη σφαίρα
του ελεύθερου σκοπευτή ήταν καθοριστική. Ο ίδιος περιγράφει στα «ΝΕΑ» τι
ακριβώς συνέβη:
«Από το μεσημέρι συνεννοούμασταν με νοήματα, εγώ με τον στρατιώτη (τον 20χρονο
Νέστορα Κόκκαλη) και με τους αστυνομικούς πώς να αφοπλίσουμε τον Αλβανό. Εγώ
καθόμουν δίπλα του και ο Νέστορας ακριβώς στην άλλη θέση. Είχαν σπάσει τα
νεύρα μου, δεν άντεχα άλλο, έπρεπε να βγούμε από το λεωφορείο. Μετρήσαμε έως
το πέντε και του επιτεθήκαμε. Εγώ έπιασα το δεξί του χέρι και ταυτόχρονα ο
Νέστορας το αριστερό και άρπαξα τη χειροβομβίδα. Την πέταξα αμέσως έξω γιατί
υπήρχε κίνδυνος να εκραγεί. Μετά τον πυροβόλησε ο ελεύθερος σκοπευτής». Δύο
κρίσιμα λεπτά που ήταν καθοριστικά για το αίσιο τέλος της απαγωγής των έξι
επιβατών του λεωφορείου του ΚΤΕΛ Κιλκίς. «Η Αστυνομία χειρίστηκε καλά την
αντιμετώπιση του Αλβανού και εμείς καταφέραμε να συνεννοούμαστε με νοήματα με
τους αστυνομικούς που είχαν αναλάβει και φρόντιζαν να πηγαίνουν αντίθετα από
την πλευρά του λεωφορείου που ήταν ο απαγωγέας», τόνισε ο κ. Καραγιάννης.
Η μόνη εμφάνιση του κ. Καραγιάννη, μετά το επεισόδιο του περσινού Ιουλίου,
ήταν τη στιγμή που βραβεύτηκε με τον χρυσό Σταυρό της Αστυνομίας για την
ηρωική του πράξη. Ο ίδιος όμως εκφράζει παράπονο, καθώς περίμενε ότι η αίτησή
του για να ενταχθεί στις τάξεις της Αστυνομίας θα γινόταν δεκτή. «Την
απέρριψαν», λέει επιδεικνύοντας το σχετικό έγγραφο του υπουργείου, που
αναφέρει ότι έχει συμπληρώσει το 26ο έτος της ηλικίας του και δεν είναι
απόφοιτος Λυκείου. «Δηλαδή όταν έπιανα το χέρι του Αλβανού έπρεπε να σκεφτώ
εάν έχω πάρει απολυτήριο, αλλιώς να σκοτωνόμασταν όλοι», επισημαίνει με
παράπονο ο κ. Καραγιάννης.
Προ ημερών ο πατέρας του παρέδωσε στον υπουργό Δημόσιας Τάξης φάκελο με τα
αιτήματά του. «Αν δεν είχα προβλήματα στη δουλειά μου δεν θα ήθελα να μπω στην
Αστυνομία, τώρα είμαι αποφασισμένος μέχρι και να δώσω το βραβείο που πήρα
πίσω, αν δεν γίνει τίποτα», κατέληξε ο 36χρονος εκφράζοντας έντονο παράπονο
για τη συμπεριφορά της Πολιτείας απέναντί του.
