Κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ενδέχεται να προκαλούν μακροπρόθεσμα τα
μικροσωματίδια που εκπέμπονται από τους καταλύτες των αυτοκινήτων.
|
|
Βέβαια, οι ρύποι που εκπέμπουν τα συμβατικής τεχνολογίας αυτοκίνητα είναι
αρκετά πιο επιβλαβείς, όμως οι έρευνες που γίνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο
δείχνουν ολοένα και περισσότερο πως η νέα τεχνολογία (των καταλυτών) έχει και
αυτή τις παρενέργειές της.
Τα μικροσωματίδια που εκπέμπονται από τους καταλύτες είναι ευγενή μέταλλα που
ανήκουν στην ομάδα του λευκόχρυσου (Platinum Group Elements – PGE), όπως το
ρόδιο, το ρουθήνιο, το παλλάδιο και ο ίδιος ο λευκόχρυσος. Οι καταλύτες των
αυτοκινήτων είναι κατασκευασμένοι από κεραμικό υλικό το οποίο έχει επιστρωθεί
από μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου. Όταν ένα αυτοκίνητο κινείται ο
καταλύτης επηρεάζεται από τις υψηλές θερμοκρασίες των αερίων που αναπτύσσονται
και εξαιτίας μάλιστα και των δονήσεων που ο ίδιος δέχεται τα μέταλλα αυτά
διαφεύγουν μέσα από τα αέρια στο περιβάλλον και διασκορπίζονται τόσο στο
έδαφος όσο και στον αέρα. Ο κ. Παναγιώτης Σίσκος, αναπληρωτής καθηγητής της
αναλυτικής Χημείας στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, λέει ότι «η
θετική δράση των καταλυτών, όσον αφορά τη μείωση των ρυπαντικών ουσιών, πρέπει
να αξιολογείται σε σχέση με την ενδεχόμενη επιβάρυνση που προκαλεί η εκπομπή
των μετάλλων αυτών στο περιβάλλον με άγνωστες τοξικολογικές και οικολογικές
συνέπειες. Παρ’ όλα αυτά οι συγκεκριμένες εκπομπές έχουν μελετηθεί ελάχιστα
από τα διάφορα ερευνητικά εργαστήρια».
Το πλεονέκτημα ενός αυτοκινήτου που διαθέτει καταλύτη έναντι ενός άλλου που
είναι συμβατικής τεχνολογίας έγκειται στο γεγονός ότι το πρώτο μετατρέπει σε
αδρανή αέρια, μη τοξικά ( όπως άζωτο, νερό, διοξείδιο του άνθρακα), το 90% των
πρωταρχικής σημασίας ρύπων που εκπέμπουν τα συμβατικά αυτοκίνητα. Δηλαδή
μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδια του αζώτου, υδρογονάνθρακες και διοξείδιο του
θείου. Οι περιβαντολόγοι λένε πως ένα αυτοκίνητο με καταλύτη ρυπαίνει σχεδόν
όσο 10 αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας. Όμως, παρά το γεγονός ότι σε
ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν θεσπιστεί όρια για τις εκπομπές των συμβατικών αυτών
ρύπων (στην Ελλάδα μετρούνται καθημερινά από το ΠΕΡΠΑ), αντίστοιχα όρια δεν
έχουν θεσπιστεί για τα μέταλλα στης ομάδας του λευκόχρυσου. «Οι ειδικοί
επιστήμονες σε θέματα τοξικολογίας υποστηρίζουν ότι αυτά τα μέταλλα – που όταν
εκπέμπονται από τους καταλύτες έχουν «αναπνεύσιμο» μέγεθος – είναι τοξικά και
πως μπορούν να βλάψουν τον ανθρώπινο οργανισμό διαμέσου της τροφικής
αλυσίδας», λέει ο κ. Π. Σίσκος. Έχει υπολογιστεί ότι στη διάρκεια ζωής ενός
καταλύτη το 80% της επίστρωσής του από τα μέταλλα της ομάδας του λευκόχρυσου
διαφεύγει στο περιβάλλον. Η αύξηση των συγκεντρώσεων των μετάλλων της ομάδας
του λευκόχρυσου σε περιβαλλοντικά δείγματα προερχόμενα από περιοχές αυξημένης
κυκλοφοριακής κίνησης διαπιστώθηκε πρώτα στη Γερμανία και την Αυστρία, οι
οποίες είναι και οι πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που εισήγαγαν τους καταλύτες.
Επίσης το Βέλγιο, η Αγγλία και η Ισπανία στις οποίες οι καταλύτες
χρησιμοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα μετά το 1993, έχουν ήδη αρχίσει να
αναφέρουν αύξηση των συγκεντρώσεων αυτών των μετάλλων σε δείγματα προερχόμενα
από περιοχές κοντά σε αυτοκινητόδρομους μεγάλης κυκλοφορίας. Οι δυνητικές
επιπτώσεις στον άνθρωπο από τα PGE κατεγράφησαν πριν απο λίγο καιρό σε μια
μελέτη που εκπονήθηκε από την Ομάδα Περιβαλλοντικής Ανάλυσης του Εργαστηρίου
Αναλυτικής Χημείας του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών (κ.κ. Ζαμπία
Τζουγανάκη, Γιάννη Τσιάγκα, Παναγιώτη Σίσκο). Η μελέτη καταλήγει
επισημαίνοντας ότι «λαμβάνοντας υπόψη πως οι καταλυτικοί μετατατροπείς
εισήχθησαν στην Ελλάδα το 1991, αναμένεται παρόμοια αύξηση της συγκέντρωσης
μετάλλων αυτών στα χρόνια που ακολουθούν. Δεδομένου ότι οι ήδη
χρησιμοποιούμενοι καταλύτες πρέπει να αντικατασταθούν σύντομα, δημιουργείται
ένα επιπλέον πρόβλημα το οποίο σχετίζεται με την απόθεσή τους και την κατά
συνέπεια μεγαλύτερη επιβάρυνση του περιβάλλοντος με τα εν λόγω μέταλλα. Η
μελέτη των PGE στην Ελλάδα όπως και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες καθίσταται
ακόμα περισσότερο επίκαιρη και αναγκαία».
