ΚΑΒΑΛΑ
ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΑ 110 χρόνια της και μάλιστα την ημέρα που γιόρταζε ο μονάκριβος γιος
της Λευτέρης, 70 χρόνων, εφημεριδοπώλης της Καβάλας. Το όνομα αυτής Δέσποινα
Σαϊρίδου. Γεννήθηκε το 1887 στην Σαμψούντα και με την οικογένειά της βρέθηκε
στη Ρωσία. Το 1922 προσφυγιά, χρόνια δύσκολα, «μαύρα» και αναζήτηση τύχης στην
πατρίδα. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Δριμιά Ξάνθης με τη φαμίλια της κι αργότερα ο
Λευτέρης, ο γιος της, την έφερε στην Καβάλα, όπου «φώλιασε» τις χαρές, τις
λύπες και τις αναμνήσεις της σε μια κάμαρα της οδού Ρόδου 28. Όμως, ήταν πάντα
χαρούμενη. Κοντά στα παιδιά της εκτός από τον Λευτέρη στη Μαρίκα και την
Ελένη, τα επτά εγγόνια της και τα 16 δισέγγονά της. Γυναίκα λεβέντισσα η κυρία
Δέσποινα, δεν σκιάχτηκε από την προσφυγιά, τη φτώχεια, τους πολέμους, τον
θάνατο του μπαρμπα-Γιώργη, συντρόφου της ζωής της, που τον σκότωσε τρένο το
1984 κοντά στην Πασχαλιά της Ξάνθης. Μέχρι τα τελευταία της δούλευε, ανέβαινε
με τα πόδια τρεις ορόφους, έτρωγε πάντα λιτά (και προτιμούσε τη γιαούρτη και
τον τσορμπά, φαγητό γνωστό στους πρόσφυγες). Αλλά δεν κάπνισε ποτέ, σπάνια
έπινε καφέ και πάντα προτιμούσε το τσάι του βουνού. Έως τα 90 της δούλευε στα
καπνοχώραφα. Μια γυναίκα δυνατή, που έδινε κουράγιο στα παιδιά της και στους
νεώτερους, να αψηφούν και να μη φοβούνται τη ζωή, όσες αναποδιές κι αν συναντούσαν.
Η κυρά Δέσποινα, όμως, δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τους γιατρούς. Ποτέ δεν
πήγε να εξεταστεί. Κι έλεγε: «Γιατρός είναι ο άνθρωπος μόνος του, αν προσέχει
τι τρώει, αν δεν καπνίζει και δεν κάνει καταχρήσεις». Το βιβλιάριο του ΟΓΑ που
είχε ήταν κατάλευκο, αφού δεν υπήρχε καμία υπογραφή γιατρού ή εγγραφή φαρμάκων.
Ο γιος της την αποκαλούσε «κοριτσάκι». Κι αν το παρουσιαστικό της δεν
πιστοποιούσε κάτι τέτοιο, η καρδιά της δεν το διέψευδε. Ήταν μια προσφυγοπούλα
με παιδιάστικη ψυχή…