Η εικόνα των βάσεων εισαγωγής του 2026 επιβεβαιώνει, σε μεγάλο βαθμό, τάσεις που παρατηρούνται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Οι περίπου δεκαπέντε υψηλόβαθμες σχολές κάθε επιστημονικού πεδίου διατηρούν διαχρονικά την κυρίαρχη θέση τους, γεγονός που δείχνει ότι οι προτιμήσεις των υποψηφίων παραμένουν ιδιαίτερα σταθερές τουλάχιστον κατά την τελευταία εξαετία.
Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένες σχολές εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλές βάσεις, επειδή η εισαγωγή σε αυτές προϋποθέτει εξέταση και σε ειδικό μάθημα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις αρχιτεκτονικές σχολές ή τα τμήματα αγγλικής φιλολογίας. Αντίστοιχη σταθερότητα παρατηρείται και στις σχολές με τις χαμηλότερες βάσεις κάθε επιστημονικού πεδίου.
Η διαχρονική αυτή σταθερότητα οφείλεται στο γεγονός ότι οι λεγόμενες «σχολές κύρους» εξακολουθούν να επιλέγονται με βάση συγκεκριμένα και σταθερά κριτήρια.
Οι υποψήφιοι και οι οικογένειές τους αξιολογούν πρωτίστως το κύρος και την ποιότητα του εκπαιδευτικού ιδρύματος, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, τις επαγγελματικές προοπτικές που προσφέρει κάθε σχολή, αλλά και την εγγύτητα στον τόπο κατοικίας, γεγονός που διατηρεί υψηλή την ζήτηση των τμημάτων που βρίσκονται στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Παράλληλα, οι μεταβολές στις βάσεις εισαγωγής, τόσο στις υψηλόβαθμες όσο και στις χαμηλόβαθμες σχολές, συνδέονται κυρίως με τον βαθμό δυσκολίας ή ευκολίας των θεμάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων και λιγότερο με άλλους παράγοντες. Η διαπίστωση αυτή αφορά τη γενική εικόνα των βάσεων και όχι μεμονωμένες σχολές, οι οποίες συχνά επηρεάζονται από ειδικούς παράγοντες και απαιτούν ξεχωριστή ανάλυση.
Ανά πεδίο
Στο 1ο επιστημονικό πεδίο των Ανθρωπιστικών Σπουδών επιβεβαιώνεται η σταθερότητα των προτιμήσεων των υποψηφίων. Οι νομικές σχολές και τα τμήματα ψυχολογίας εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ενώ οι μεταβολές στις βάσεις τους είναι περιορισμένες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, η σημαντική πτώση των παιδαγωγικών τμημάτων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και η διαρκής υποχώρηση των τμημάτων της φιλοσοφικής σχολής, όπως η φιλολογία, η ιστορία και αρχαιολογία και η φιλοσοφία, γεγονός που αντανακλά τη μεταβολή των επαγγελματικών επιλογών των νέων, αλλά και μια γενικότερη τάση (σχεδόν παγκόσμια) σχετικά με τις ανθρωπιστικές σπουδές.
Στο 2ο επιστημονικό πεδίο των Θετικών Σπουδών οι κορυφαίες σχολές διατηρούν τη δυναμική τους, ενώ καταγράφηκε σημαντική άνοδος των βάσεων. Η αύξηση ήταν πιο συγκρατημένη στις σχολές ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών, αλλά ιδιαίτερα έντονη στις σχολές μηχανολόγων μηχανικών, ναυπηγών μηχανικών, χημικών μηχανικών και σε άλλα αντίστοιχα τμήματα.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τις πολύ καλές επιδόσεις των υποψηφίων στη φυσική και στα μαθηματικά. Παρ’ όλα αυτά, οι βάσεις των πλέον απαιτητικών πολυτεχνικών σχολών δεν ξεπέρασαν τις 19.000 μόρια, παρά τις προβλέψεις που διατυπώθηκαν από αρκετές πλευρές. Η τελική εικόνα κινήθηκε ουσιαστικά εντός του πλαισίου των προβλέψεων που είχαμε δημοσιεύσει στο φύλλο των «ΝΕΩΝ» της 13ης Ιουλίου.
Στο 3ο επιστημονικό πεδίο της Υγείας οι σχολές του χώρου εξακολουθούν να βρίσκονται στις πρώτες επιλογές των υποψηφίων. Και εδώ καταγράφηκε άνοδος των βάσεων, η οποία όμως ήταν πιο ήπια σε σχέση με το 2ο επιστημονικό πεδίο, όπως επίσης είχαμε προβλέψει. Χαρακτηριστικό είναι ότι ούτε η ιατρική ξεπέρασε τελικά το όριο των 19.000 μορίων.
Στο 4ο επιστημονικό πεδίο της Οικονομίας και Πληροφορικής παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις στις βάσεις, με τις σχολές που συγκεντρώνουν διαχρονικά υψηλή ζήτηση να διατηρούν την ελκυστικότητά τους και, σε αρκετές περιπτώσεις, να παρουσιάζουν αύξηση των βάσεων εισαγωγής.
Επανασχεδιασμός
Οι φετινές βάσεις αναδεικνύουν την ανάγκη να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για αρκετά πανεπιστημιακά τμήματα στα οποία εισάγονται ελάχιστοι υποψήφιοι, ενώ μεγάλο μέρος των προσφερόμενων θέσεων παραμένει κενό. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να οφείλεται τόσο στη λειτουργία της ελάχιστης βάσης εισαγωγής όσο και στις προτιμήσεις των υποψηφίων. Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται αναγκαίος ένας συνολικός επανασχεδιασμός του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις πραγματικές εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες.
Η Δάφνη Δασκαλάκη-Μουντάνου είναι χημικός μηχανικός (ΠΕ85) και η διευθύντρια του ΓΕΛ Πολύτροπη








