Η πρώτη ιστορία που αφηγείται η Άγκαθα Ρουίθ ντε λα Πράδα, όταν συναντιόμαστε στην Ταγγέρη, συνέβη προτού καν βγει από το αεροδρόμιο. Την πρώτη φορά που πέταξε στην Αθήνα για να παρουσιάσει τη δουλειά της, μόλις είχε προσγειωθεί όταν είδε μια μητέρα να κατεβαίνει από ένα ταξί μαζί με το μικρό παιδί της – και το παιδί φορούσε παπούτσια δικής της σχεδίασης.

«Αυτό», λέει στα «ΝΕΑ», «είναι τα πάντα». Μικροσκοπικά παπούτσια της Αγκαθα, πάνω σε ένα ελληνικό πεζοδρόμιο, χιλιόμετρα μακριά από τη Μαδρίτη· τα μάτια της λάμπουν καθώς το θυμάται. Ενας πίνακας κρέμεται σε έναν τοίχο περιμένοντας κάποιον να τον θαυμάσει· ένα ζευγάρι από τα παπούτσια της κατεβαίνει από ένα ταξί και χάνεται τρέχοντας στον δρόμο. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς γι’ αυτήν: περισσότερο από κάθε τοίχο γκαλερί, αγαπά έναν άνθρωπο που ζει και κινείται στον δρόμο.

Τη συναντάμε πολύ μακριά από την Αθήνα. Είναι 4 Ιουλίου και ο αρχιτέκτονας τοπίου Μάντισον Κοξ – ο άνθρωπος πίσω από τους Κήπους Μαζορέλ και την κληρονομιά του Ιβ Σεν Λοράν – έχει συγκεντρώσει τον κύκλο του για την ετήσια φιλανθρωπική του εκδήλωση: μια βραδιά αφιερωμένη στην αναβίωση του μιούζικαλ «Dames at Sea», με τους Ντάρεν Κρις και Τζούλιαν Χαφ, στο κιόσκι του Βιρ Γκρένι, και στη συνέχεια μπάρμπεκιου στην κατοικία Clos Nadir του διακοσμητή εσωτερικών χώρων Ζαν-Λουί Ντενιό.

Τα έσοδα διατίθενται στους σκοπούς που στηρίζει ο Κοξ: την αμερικανική πρεσβεία της Ταγγέρης, ένα τοπικό ορφανοτροφείο και μια κλινική για ασθενείς με AIDS. Η πρεσβεία – η παλαιότερη αμερικανική διπλωματική αποστολή στον κόσμο και το μοναδικό Εθνικό Ιστορικό Μνημείο των ΗΠΑ που βρίσκεται σε ξένο έδαφος – αποτελεί τη συναισθηματική καρδιά της βραδιάς. Η διευθύντριά της, Τζένιφερ Ρασαμιμανανά, είχε δείξει νωρίτερα σε λίγους καλεσμένους τη σοφίτα όπου Αμερικανοί κατάσκοποι συντόνιζαν μυστικές επιχειρήσεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η βραδιά είναι ένα αληθινό χωνευτήρι ανθρώπων: ο Χάμις Μπόουλς κοντά στο μπαρ, δύο πρώην Αμερικανοί πρέσβεις στην Ισπανία – ο Τζέιμς Κόστος, διορισμένος από τους Δημοκρατικούς, και ο Ντιουκ Μπιούκαν, διορισμένος από τους Ρεπουμπλικανούς και σήμερα πρέσβης στο Μαρόκο – καλλιτέχνες δίπλα σε χρηματοδότες, η παλιά Ταγγέρη δίπλα στους νεοφερμένους. Είναι ακριβώς το είδος της συντροφιάς για το οποίο μοιάζει φτιαγμένη η Αγκαθα – και, με διαφορά, η πιο ισπανική παρουσία στην αίθουσα είναι η γυναίκα ντυμένη στα φούξια.

Όταν τη ρωτούν γιατί επέλεξε τη μόδα και όχι την τέχνη, σταματά να γελά για μια στιγμή. Μεγάλωσε μέσα στην τέχνη – κόρη ενός διάσημου αρχιτέκτονα και συλλέκτη, που την πήγαινε από μικρή στα εργαστήρια ζωγράφων. Θα μπορούσε να είχε γίνει ζωγράφος· επέλεξε να μη γίνει. «Ο καλλιτέχνης είναι μόνος», εξηγεί. «Η ζωγραφική είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση – είσαι μόνο εσύ μέσα σε ένα δωμάτιο. Και η πολλή μοναξιά μπορεί να σε οδηγήσει λίγο στην τρέλα». Μια επίδειξη μόδας, λέει, είναι το ακριβώς αντίθετο: τριάντα μοντέλα, κομμωτές, μακιγιέρ, καλεσμένοι, ένα όμορφο χάος. Στη μόδα δεν είσαι ποτέ μόνος – κι αυτό είναι η προστασία σου.

Υπήρχε όμως και περηφάνια στην επιλογή της. Ηθελε να είναι η καλύτερη σε ό,τι έκανε και προτιμούσε να γίνει μια εξαιρετική σχεδιάστρια παρά μια μέτρια ζωγράφος. Ετσι άφησε στην άκρη τη ζωγραφική και μετέφερε όλη αυτή την καλλιτεχνική γλώσσα στα ρούχα της: τα χρώματα του Ρόθκο, φόρους τιμής στον Τσιγίδα. Δεν εγκατέλειψε την τέχνη· την έκανε να περπατήσει.

Τίποτε από όλα αυτά δεν την καθιστά επιφανειακή. Είναι μια αυθεντική μορφή της Movida, πολυβραβευμένη και καταξιωμένη, με περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες στην κορυφή. Η ελαφρότητα που αποπνέει είναι συνειδητή επιλογή, όχι ένδειξη έλλειψης ουσίας.

Και δεν είναι μόνο εκείνα τα παιδικά παπούτσια. Αγαπά τους Ελληνες – τη φασαρία τους, τη ζεστασιά τους, το χάρισμά τους να κάνουν έναν άγνωστο να νιώθει καλεσμένος. Αγαπά το ελληνικό φως και το γαλάζιο του Αιγαίου και λέει πως οι φούξιες βουκαμβίλιες που ξεχύνονται πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους μοιάζουν σαν να βγήκαν από το δικό της ατελιέ. Υπάρχει μια λέξη γι’ αυτό: φιλοξενία. Και αυτή η λέξη συνοψίζει σχεδόν τη φιλοσοφία της. Εχει παρουσιάσει συλλογές στην Ελλάδα και φωτίζεται ολόκληρη στη σκέψη ότι θα επιστρέψει.

Λαϊκή αριστοκράτισσα

Αυτό εξηγεί και όλα τα υπόλοιπα. Στα χαρτιά είναι αριστοκράτισσα – μαρκησία και βαρόνη – κι όμως πέρασε ολόκληρη την καριέρα της προσπαθώντας να ντύσει τους πάντες, με χρώμα, σε προσιτές τιμές, σε περισσότερες από 150 χώρες, από παιδικά παπούτσια μέχρι σεντόνια και ομπρέλες. Η πιο αριστοκρατική γυναίκα στην αίθουσα θέλει να τη φορά ολόκληρος ο δρόμος – και δεν βλέπει καμία αντίφαση σε αυτό.

Ακόμη και οι πεποιθήσεις της είναι ντυμένες σαν γιορτή. Λέει, με απόλυτη σοβαρότητα, πως η πραγματική πολυτέλεια σήμερα είναι η οικολογία· ότι θα μπορούσε να γίνει μια καλή υπουργός Περιβάλλοντος, ότι ήταν «πράσινη» πολύ πριν γίνει μόδα. Δείχνει ένα νυφικό φτιαγμένο από παλιά λευκά πουκάμισα, μια συλλογή δημιουργημένη από τα περισσεύματα της προηγούμενης σεζόν, μπότες που επαναχρησιμοποιήθηκαν από παλαιότερες επιδείξεις. Ενα βαρύ θέμα, δοσμένο με ελαφρύ άγγιγμα· κουβαλά τις μεγάλες ιδέες ντυμένες στα φούξια, γελώντας. Πολύ Movida – και απόλυτα δικό της.

Και μετά; Οχι η Μαδρίτη, ούτε μια καινούργια συλλογή: η Ταγγέρη. Του χρόνου, λέει, θέλει να επιστρέψει και να δώσει το όνομά της στον σκοπό που υπηρετεί αυτή η βραδιά – μια Ισπανίδα που προσθέτει το δικό της χρώμα σε όλες αυτές τις διαφορετικές εθνικότητες, γιατί, για εκείνη, τίποτα δεν είναι πιο κομψό από την ανάμειξη των ανθρώπων.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail