Η Γαλλία απέκτησε πλέον και επίσημα εκλογικό ημερολόγιο για τη μετά Μακρόν εποχή: ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών θα διεξαχθεί στις 18 Απριλίου 2027 και ο δεύτερος στις 2 Μαΐου, ανοίγοντας και τυπικά την κούρσα για τη διαδοχή του προέδρου που δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη θητεία. Ωστόσο, για το γαλλικό πολιτικό σύστημα η πραγματικά καθοριστική ημερομηνία προηγείται κατά εννέα μήνες.
Στις 7 Ιουλίου, το Εφετείο θα αποφασίσει αν θα επικυρώσει την πενταετή στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι που έχει επιβληθεί στην ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν για κατάχρηση κοινοτικών πόρων. Η απόφαση δεν θα κρίνει μόνο το προσωπικό πολιτικό μέλλον της Λεπέν αλλά ενδέχεται να αναδιαμορφώσει συνολικά την προεδρική αναμέτρηση, αναδεικνύοντας ως υποψήφιο του κόμματος της Εθνικής Συσπείρωσης τον 30χρονο πρόεδρό του, Ζορντάν Μπαρντελά.
Με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν την Εθνική Συσπείρωση ως το ισχυρότερο πολιτικό στρατόπεδο και τον Μπαρντελά να εμφανίζεται, σε ορισμένα σενάρια, ακόμη και δημοφιλέστερος από τη Λεπέν, ο νεαρός πολιτικός επιχειρεί ήδη να αποκτήσει προεδρικό προφίλ. Ταξίδια στο εξωτερικό, επαφές με επιχειρηματικούς κύκλους και παρεμβάσεις σε κρίσιμα ζητήματα, όπως το συνταξιοδοτικό, συνθέτουν την εικόνα ενός πολιτικού που προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο. Την ίδια στιγμή, όμως, η προσπάθειά του να αποκτήσει πολιτική αυτονομία αναδεικνύει και τις πρώτες διαφοροποιήσεις από τη γραμμή της Λεπέν.
Οπως αναφέρει δημοσίευμα των «Financial Times» η Μαρίν Λεπέν αφιέρωσε χρόνια για να διασφαλίσει ότι η γαλλική Ακροδεξιά μιλάει με μία φωνή: τη δική της. Η προοπτική να αποκλειστεί από τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους αναγκάζει την Εθνική Συσπείρωση (RN) να αντιμετωπίσει το κατά πόσο ο Μπαρντελά θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τη δική της πολιτική γραμμή.
«Είναι μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας για τον Ζορντάν», δήλωσε ο Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, ανώτερο στέλεχος και βουλευτής της RN. «Δεν μπορεί απλώς να κάθεται και να περιμένει… Πρέπει να διαμορφώσει τον δικό του πολιτικό χώρο, αλλά κάθε φορά που το κάνει, εκλαμβάνεται ως επίθεση εναντίον της».
Η ετυμηγορία της επόμενης εβδομάδας θα διαμορφώσει την προεδρική κούρσα και πέρα από την Εθνική Συσπείρωση, καθώς αντίπαλοι όπως ο δεξιός πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ και ο ακροαριστερός Ζαν-Λικ Μελανσόν περιμένουν να δουν ποιον θα έχουν απέναντί τους προτού οριστικοποιήσουν τη στρατηγική τους.
Η Λεπέν προώθησε τον Μπαρντελά γρήγορα στην κομματική ιεραρχία αλλά η περσινή καταδίκη της άλλαξε τις ισορροπίες. Κι ενώ σε βασικά ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, η εγκληματικότητα και η στάση απέναντι στην ΕΕ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά στις θέσεις τους, για τα οικονομικά διακρίνονται διαφορετικές αποχρώσεις. Ο Μπαρντελά άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει αλλαγή στη θέση του κόμματος για την ηλικία συνταξιοδότησης – ένα από τα πιο εκρηκτικά ζητήματα της γαλλικής πολιτικής – και κάποιοι ερμηνεύουν την κίνηση αυτή ως προσπάθεια να προσδιορίσει τον δικό του χώρο και ίσως ως αφορμή να ξανανοίξει μια άβολη συζήτηση σχετικά με τη δημοσιονομική αξιοπιστία του κόμματος.
Τόσο ο Μπαρντελά όσο και η Λεπέν προηγούνται ξεχωριστά σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών και, σε ορισμένα σενάρια, και στον δεύτερο γύρο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει μελέτη στην οποία αναφέρεται το «Nouvelle Observateur» και όπου ο ειδικός στην επικοινωνία Ραφαέλ Λορκά χαρτογραφεί τα αδύνατα σημεία του Μπαρντελά. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τη σημερινή δημοσκοπική υπεροχή του, η πολιτική του εικόνα δεν είναι άτρωτη. Οι ίδιοι οι ψηφοφόροι του αναγνωρίζουν τις αδυναμίες του – την απειρία, την έλλειψη επαγγελματικής διαδρομής εκτός πολιτικής και την υπερβολικά προσεγμένη επικοινωνιακή του εικόνα – αλλά προς το παρόν επιλέγουν να τις αγνοούν. Ωστόσο, η ικανότητά του να απευθύνεται ταυτόχρονα τόσο στη λαϊκή όσο και στην πιο εύπορη δεξιά εκλογική βάση μπορεί να εξελιχθεί σε μειονέκτημα, καθώς μια προεδρική εκστρατεία θα τον υποχρεώσει να επιλέξει ποια εικόνα θα προβάλλει. Ο Λορκά εντοπίζει τρεις βασικές ευπάθειες: τον φόβο ότι πίσω από την άψογη επικοινωνία κρύβεται έλλειψη ουσίας («σύνδρομο Truman Show»), τον κίνδυνο να ταυτιστεί με έναν «Μακρόν Νο 2», ως προϊόν πολιτικού μάρκετινγκ, και τις πιθανές αρνητικές εντυπώσεις που μπορεί να προκαλέσει η σχέση του με την πριγκίπισσα Μαρία-Καρολίνα των Βουρβόνων-Δύο Σικελιών ενισχύοντας την εικόνα ενός πολιτικού αποκομμένου από τις λαϊκές του αναφορές.







