Το μεγαλύτερο τεστ αντοχής των ευρωπαϊκών αεροδρομίων αυτό το καλοκαίρι δεν θα είναι οι εκατομμύρια αφίξεις των τουριστών, αλλά η εφαρμογή ενός νέου ψηφιακού συστήματος συνοριακών ελέγχων που ήδη προκαλεί σοβαρές δυσλειτουργίες. Με ουρές που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τις τρεις ώρες, επιβάτες που χάνουν τις πτήσεις τους, σαρωτές δακτυλικών αποτυπωμάτων που τίθενται εκτός λειτουργίας και κυβερνήσεις που σπεύδουν την τελευταία στιγμή να προμηθευτούν τον απαραίτητο εξοπλισμό, η εφαρμογή του νέου Συστήματος Εισόδου-Εξόδου (Entry-Exit System – EES) έχει εξελιχθεί σε έναν πραγματικό αγώνα δρόμου για τις ευρωπαϊκές Αρχές.
Το EES αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αντικαθιστά τη χειροκίνητη σφράγιση των διαβατηρίων των πολιτών τρίτων χωρών με ψηφιακή καταγραφή των στοιχείων εισόδου και εξόδου, μέσω βιομετρικών δεδομένων. Οσοι ταξιδεύουν για πρώτη φορά στην ΕΕ θα πρέπει να υποβάλλονται σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφίας προσώπου, ώστε τα στοιχεία τους να αποθηκεύονται για τρία χρόνια και οι επόμενες διελεύσεις να πραγματοποιούνται ταχύτερα.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή του συστήματος αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη από ό,τι είχε προβλεφθεί. Παρότι το EES άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία στα μέσα Απριλίου, αρκετά κράτη-μέλη εξακολουθούν να βρίσκονται σε διαδικασία προμήθειας του απαραίτητου εξοπλισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μέσα στην τελευταία εβδομάδα χώρες όπως η Μάλτα υπέγραψαν συμβάσεις για την προμήθεια συστημάτων αναγνώρισης προσώπου, ενώ η Τσεχία προχώρησε στην αγορά αναγνωστών δακτυλικών αποτυπωμάτων για το αεροδρόμιο της Πράγας και η Ισπανία προκήρυξε διαγωνισμό για εξοπλισμό στο λιμάνι της Αλμερίας.
Ακόμη και στα αεροδρόμια όπου ο εξοπλισμός έχει ήδη εγκατασταθεί, τα προβλήματα είναι συνεχή. Στελέχη του κλάδου αναφέρουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι σαρωτές δακτυλικών αποτυπωμάτων τέθηκαν εκτός λειτουργίας επειδή οι επιφάνειές τους καλύφθηκαν από ιδρώτα κατά τις ημέρες υψηλών θερμοκρασιών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι συσκευές παραμένουν ανενεργές για εβδομάδες αναμένοντας αναβάθμιση λογισμικού.
Σε ορισμένα αεροδρόμια οι βιομετρικοί έλεγχοι διακόπηκαν προσωρινά, με τις Αρχές να επιστρέφουν στη χειροκίνητη διαδικασία ελέγχου των ταξιδιωτικών εγγράφων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι χρόνοι αναμονής αυξάνονται σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία της ευρωπαϊκής ένωσης αεροδρομίων ACI Europe από 45 αεροδρόμια σε 20 χώρες, οι επιβάτες περιμένουν ήδη έως και τρεισήμισι ώρες για να ολοκληρωθεί ο συνοριακός έλεγχος, ενώ η Διεθνής Ενωση Αεροπορικών Μεταφορών (IATA) προειδοποιεί ότι κατά την κορύφωση της θερινής περιόδου οι καθυστερήσεις θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τις έξι ώρες.
Ανέτοιμες οι ελληνικές υποδομές και οι μηχανισμοί διαχείρισης στις απαιτήσεις
Για ένα ακόμη καλοκαίρι, οι καθυστερήσεις των πτήσεων επανέρχονται στο προσκήνιο, μετατρέποντας τα ελληνικά αεροδρόμια σε σημεία πολύωρης αναμονής και ταλαιπωρίας για χιλιάδες επιβάτες. Η εποχική αύξηση της επιβατικής κίνησης φέρνει ξανά στην επιφάνεια χρόνιες αδυναμίες του συστήματος αεροναυτιλίας, οι οποίες παραμένουν άλυτες παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των τελευταίων ετών. Φέτος, την όλη κατάσταση επιβαρύνουν και οι εξαντλητικοί έλεγχοι (διαβατηρίων και βιομετρικών στοιχείων) που γίνονται στο πλαίσιο της πλήρους εφαρμογής του νέου Ευρωπαϊκού Συστήματος Εισόδου – Εξόδου (Entry/Exit System – EES), στα εξωτερικά σύνορα της Ζώνης Σένγκεν.
Ηδη, από τον Μάιο, οι καθυστερήσεις καταγράφουν αυξητική πορεία, επιβεβαιώνοντας ότι η θερινή περίοδος εξακολουθεί να βρίσκει τις υποδομές και τους μηχανισμούς διαχείρισης ανέτοιμους να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η περιορισμένη χωρητικότητα του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, το οποίο λειτουργεί υπό την ευθύνη της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). Η έλλειψη επαρκούς αριθμού ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με την αυξημένη πυκνότητα των πτήσεων κατά τους θερινούς μήνες, δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση καθυστερήσεων που μεταφέρονται σε ολόκληρο το δίκτυο. Την εικόνα επιβαρύνει περαιτέρω η γήρανση του εξοπλισμού αεροναυτιλίας. Σημαντικό μέρος των κρίσιμων συστημάτων εξακολουθεί να βασίζεται σε τεχνολογία που εγκαταστάθηκε τη δεκαετία του 1990, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο τεχνικών βλαβών σε περιόδους υψηλής επιχειρησιακής πίεσης.
Ενδεικτικό είναι το νέο περιστατικό (της 24ης Ιουνίου) δυσλειτουργίας στο ραντάρ προσέγγισης της ΥΠΑ στον λόφο Μερέντα, το οποίο εξυπηρετεί το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η προσωρινή απώλεια εικόνας του συστήματος οδήγησε σε περιορισμό της διαχειριστικής ικανότητας των αφίξεων, προκαλώντας ξανά αλυσιδωτές καθυστερήσεις στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας μέχρι την αποκατάσταση της βλάβης. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Ανάλογες τεχνικές αστοχίες είχαν σημειωθεί τον φετινό Ιανουάριο και Φεβρουάριο, αλλά και τον Αύγουστο του 2025, στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου, αναδεικνύοντας ότι το πρόβλημα είναι διαχρονικό και όχι συγκυριακό.
Σε μια οικονομία όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης, η αξιοπιστία των αεροπορικών υποδομών αποκτά κρίσιμη σημασία τόσο για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών όσο και για τη διεθνή εικόνα της χώρας. Τα στοιχεία του Eurocontrol αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της επιβάρυνσης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την εβδομάδα 15 έως 21 Ιουνίου, η Ελλάδα ευθυνόταν για το 12% των συνολικών καθυστερήσεων του ευρωπαϊκού δικτύου, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση μεταξύ των πλέον επιβαρυμένων περιοχών της Ευρώπης, πίσω από τη Γαλλία και την Ισπανία! Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση από την έναρξη της θερινής περιόδου και εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες.
Την ίδια περίοδο, η χώρα βρέθηκε μεταξύ των δέκα πιο πολυσύχναστων αεροπορικών δικτύων της Ευρώπης, με μέσο ημερήσιο αριθμό 2.453 πτήσεων. Το μεγαλύτερο βάρος συγκεντρώνεται αναπόφευκτα στην Αθήνα, όπου ο συνδυασμός αυξημένης επιβατικής κίνησης και περιορισμένης χωρητικότητας του εναέριου χώρου λειτουργεί ως βασικός παράγοντας δημιουργίας καθυστερήσεων.
Πέρα όμως από την ενίσχυση των υποδομών και την ανανέωση του εξοπλισμού, καθοριστικό ζήτημα αποτελεί και ο αποτελεσματικότερος προγραμματισμός της κυκλοφορίας. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού πτήσεων στις ίδιες χρονικές ζώνες, κυρίως κατά τις πρωινές ώρες, δημιουργεί συνθήκες συμφόρησης που υπερβαίνουν τις δυνατότητες του συστήματος. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, ο Εθνικός Οργανισμός Συντονισμού Πτήσεων οφείλει να κατανέμει αποτελεσματικότερα τις χρονοθυρίδες (slots), ώστε να αποφεύγεται η υπερσυγκέντρωση πτήσεων σε περιορισμένα χρονικά παράθυρα. Οπως επισημαίνουν, η δυνατότητα των αεροπορικών εταιρειών να διεκδικούν συγκεκριμένες ώρες, σε συνδυασμό με την αυξημένη εμπορική ζήτηση, οδηγεί συχνά σε προγράμματα που υπερβαίνουν τις πραγματικές δυνατότητες του συστήματος ελέγχου.
Οι καθυστερήσεις του EES
Σαν να μην έφταναν οι καθυστερήσεις στις πτήσεις λόγω των συστημάτων αεροναυτιλίας, η φετινή τουριστική περίοδος συνοδεύεται και από σημαντική επιβάρυνση στους συνοριακούς ελέγχους των χωρών-μελών της ΕΕ. Η πλήρης εφαρμογή, από τον περασμένο Απρίλιο, του νέου Ευρωπαϊκού Συστήματος Εισόδου – Εξόδου (Entry/Exit System – EES), στα εξωτερικά σύνορα της Ζώνης Σένγκεν, εξακολουθεί να προκαλεί σημαντικές δυσκολίες στις μετακινήσεις, με τις τεράστιες ουρές και τις πολύωρες καθυστερήσεις να παραμένουν καθημερινό φαινόμενο σε αρκετές πύλες εισόδου της Ευρώπης.
Παρότι το σύστημα σχεδιάστηκε για να εκσυγχρονίσει τους συνοριακούς ελέγχους, μέσω της καταγραφής βιομετρικών στοιχείων των υπηκόων τρίτων χωρών, η μετάβαση αποδεικνύεται πιο δύσκολη από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Μάλιστα, αξιωματούχοι της Frontex, του ευρωπαϊκού οργανισμού που υποστηρίζει τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, παραδέχονται ότι η πλήρης ομαλοποίηση της λειτουργίας του EES ενδέχεται να απαιτήσει έως και δύο χρόνια!
Οπως επισημαίνουν, η πρώτη καταχώριση των ταξιδιωτών – ιδίως η διαδικασία λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων – αποτελεί το πιο απαιτητικό και χρονοβόρο στάδιο, προκαλώντας τις μεγαλύτερες καθυστερήσεις, αλλά και ανησυχία στον τουριστικό κλάδο, ο οποίος χαρακτηρίζει την περίοδο προσαρμογής «ιδιαίτερα επώδυνη».
Σημαντικό εμπόδιο στην ομαλή εφαρμογή του συστήματος αποτελεί και το γεγονός ότι κάθε κράτος-μέλος εφαρμόζει το EES με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικούς διαθέσιμους πόρους. Σύμφωνα με τη Frontex, ορισμένες χώρες έχουν οργανώσει αποτελεσματικά τις διαδικασίες, ενώ άλλες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες, γεγονός που επιβραδύνει τη συνολική προσαρμογή του συστήματος. Οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Ελλάδα, όπου καταγράφονται μεγάλες ουρές στα συνοριακά σημεία ελέγχου.







