Ως μια αναδυόμενη δραστηριότητα στην Ελλάδα και διεθνώς περιγράφεται ο θρησκευτικός τουρισμός, την ίδια ώρα που στη χώρα μας δεν υπάρχουν ακριβή δεδομένα για να «σκιαγραφήσουμε» τον τουρίστα-προσκυνητή. Οπως σημειώνουν οι ειδικοί, μόνο εκτιμήσεις υπάρχουν για τις τάσεις, δηλαδή για το πόσοι, από πού και με τι κίνητρα επιλέγουν αυτόν τον «τουρισμό ειδικού ενδιαφέροντος».
Οπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» η δρ Πολυξένη Μοίρα, καθηγήτρια στο Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, είναι σημαντικό να θέσουμε το κατάλληλο πλαίσιο όσον αφορά το κίνητρο. «Είναι διαφορετικό κάποιος να ταξιδεύει ως πιστός για να πάει συγκεκριμένα σε ένα προσκύνημα και είναι διαφορετικό κάποιος να ταξιδεύει σε περιοχές με θρησκευτικό ενδιαφέρον για να δει τα πολιτισμικά αγαθά» λέει. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης αναφέρει την αυξανόμενη άφιξη Κινέζων στα Μετέωρα, κάτι που έχει οδηγήσει τους μοναχούς να βάζουν πινακίδες μέχρι και στα… κινεζικά.
Σύμφωνα με την ίδια, λόγω αυτής της «ασάφειας» στο κίνητρο, υπάρχει δυσκολία και στην καταγραφή. «Δεν γνωρίζουμε το κοινό μας και έτσι δυσκολεύει τη χάραξη πολιτικής» τονίζει. Προσθέτει δε πως στο εξωτερικό είναι σύνηθες στους χώρους λατρείας να καταγράφονται και τα κίνητρα των επισκεπτών ώστε να μπορούν να έχουν ακριβή στοιχεία. Επειτα, υπάρχουν ξεχωριστές είσοδοι για τους πιστούς και για τους επισκέπτες, «προστατεύοντας» έτσι τόσο την τουριστική όσο και τη θρησκευτική λειτουργία ενός τόπου λατρείας.
Η γεωπολιτική πλευρά
Ενας προορισμός που παραμένει «ναυαρχίδα» είναι, φυσικά, το Άγιον Ορος. Πρόσφατη διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής έδειξε ότι περίπου το 90% των επισκεπτών αυτοπροσδιορίζονται ως προσκυνητές. Αυτό που έχει παρατηρηθεί ωστόσο τα τελευταία χρόνια είναι η μεταβολή της εθνικής σύνθεσης όσων φτάνουν. Οπως λέει στα «ΝΕΑ» ο Ηλίας Ευαγγέλου, πρόεδρος του Τμήματος Θεολογικής ΑΠΘ, μέχρι πριν από το 2022 η συντριπτική πλειοψηφία των επισκεπτών στην Ιερά Πολιτεία ήταν Ρώσοι και Ουκρανοί. «Τώρα, με τον πόλεμο, πρώτοι είναι οι Ρουμάνοι και δευτερευόντως Σέρβοι και Βούλγαροι» σημειώνει.
Οι Βαλκάνιοι φαίνεται να έχουν την πρωτιά σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, αλλά δεν είναι μόνοι. Σύμφωνα με τον Ηλία Ευαγγέλου, πολλοί προτεστάντες από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ επιλέγουν το Ιερό Βαπτιστήριο της Αγίας Λυδίας της Φιλιππησίας, κοντά στην Καβάλα. «Πολλοί προτεστάντες έρχονται για να βαφτιστούν, ανακαλώντας τη βάφτιση της Λυδίας, που θεωρείται η πρώτη ευρωπαία χριστιανή».
Πέρα από τους «κλασικούς» θρησκευτικούς προορισμούς, όπως τα Μετέωρα, η Πάτμος και η Τήνος, υπάρχουν και άλλοι που γνωρίζουν ιδιαίτερη άνοδο. Ενας από αυτούς είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας Χρήστο Τσιρώνη, η Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται η Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στο προαύλιο της οποίας είναι ο τάφος του Αγίου Παϊσίου. «Εκεί πηγαίνουν τόσο Ελληνες όσο και επισκέπτες από την υπόλοιπη Ευρώπη» λέει και προσθέτει πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται και οργανωμένες εκδρομές Ρουμάνων και στον Αγιο Νεκτάριο της Αίγινας.
Προσπάθειες στο κομμάτι του τουρισμού κάνει και η Εκκλησία. Το Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος λειτουργεί από το 2002. Ο νυν γραμματέας του, αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Κατραμάδος, επιβεβαιώνει πολλά από τα παραπάνω. Αναφορικά με τη Σουρωτή, προσθέτει πως η επισκεψιμότητά της αγγίζει τους 10.000 την εβδομάδα, πλησιάζοντας τα αντίστοιχα νούμερα μέχρι και της Τήνου. Και δίνει μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή: «Πολλοί Δυτικοευρωπαίοι και Αμερικανοί – μη ορθόδοξοι – ακολουθούν τα βήματα του Αποστόλου Πέτρου. Πάνε δηλαδή Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Κατερίνη, Βέροια, Νικόπολη Πρέβεζας και Αθήνα». Αναφέρει, επίσης, και άλλους προορισμούς-προσκυνήματα που προσελκύουν πολλούς επισκέπτες: ο Αγιος Δημήτριος στη Θεσσαλονίκη, η Μονή Παναγίας Στομίου στην Κόνιτσα και ο Αγιος Ιωάννης ο Ρώσος στην Εύβοια.
Από τη μεριά της, η Εκκλησία βρίσκεται σε συζητήσεις με την πολιτεία για ένα πλαίσιο εκπαίδευσης, σηματοδότησης και πιστοποίησης συγκεκριμένων τουριστικών γραφείων και ξενοδοχείων για θρησκευτικό τουρισμό. Εξετάζεται το ενδεχόμενο να υπάρξει ανοιχτή πρόσκληση σε ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, κάτι που θα συμβάλει και στην καταγραφή των σχετικών στατιστικών.








