Η χαρά, η αισιοδοξία, η τόλμη και η ανατρεπτικότητα που καταγράφηκαν στο πρώτο έργο το οποίο κατέθεσε όταν είχε κλείσει τα 19 του, παρέμειναν η κρυφή κινητήρια δύναμη σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. Ακόμη και όταν η μουσική του έγινε πιο σκοτεινή ή πιο εσωτερική, εκείνος ο νεανικός πυρήνας της Πρώτης Συμφωνίας δεν χάθηκε ποτέ.

Στις 12 Μαΐου του 1926 ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς παρουσίασε γεμάτος ενθουσιασμό το έργο του χωρίς να υποψιάζεται το βάρος των ιστορικών συγκυριών που θα δοκίμαζαν τις αντοχές του. Πόσο διαφορετικά έργα, αλήθεια, θα είχε συνθέσει αν η τέχνη του δεν είχε βρεθεί

στη μέγγενη των πολιτικών διωγμών και της κρατικής λογοκρισίας;

Ο σημαντικός αρχιμουσικός Γιώργος Μπαλατσινός, ο οποίος έχει διευθύνει δύο φορές την Πρώτη Συμφωνία – το 2012 και το 2016 – και θα τη διευθύνει εκ νέου τον

ερχόμενο Οκτώβρη στην Αρμενία, παρατηρεί ότι από αυτά τα πρώτα δείγματα γραφής του φαίνεται ο χαρακτήρας του Σοστακόβιτς. «Υπάρχει μια μείξη σαρκασμού και τραγικότητας. Συνδυάζει ένα ειρωνικό, σχεδόν παιγνιώδες χιούμορ με βαθιές δραματικές και λυρικές στιγμές.

Παράλληλα, διαφαίνεται και κάτι ασυνήθιστο για την εποχή: η χρήση του πιάνου στην Πρώτη Συμφωνία. Δεν το αντιμετωπίζει μόνο ως ορχηστρικό όργανο αλλά και ως σολιστικό, κάτι ιδιαίτερα τολμηρό. Ως νέοι, πολλές φορές είμαστε επιπόλαιοι – με την καλή έννοια. Παρότι είχε μεγαλώσει μέσα σε ένα αυστηρό ρωσικό σύστημα, όπου οι δυνατότητες ελευθερίας ήταν περιορισμένες, στην Πρώτη Συμφωνία φαίνεται καθαρά ο δεκαεννιάχρονος Σοστακόβιτς. Εχω την αίσθηση ότι εκεί αποτυπώνεται η προσωπογραφία του ταλέντου του. Βλέπει κανείς τον νευρικό ρυθμό, την κινητικότητα, τη διαρκή ένταση. Η μουσική διαθέτει

έντονη ρυθμική ενέργεια και απότομες αλλαγές στο τέμπο».

ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Αυτό όμως που, σύμφωνα με τον Γιώργο Μπαλατσινό, πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί είναι η τολμηρή ενορχήστρωση του έργου – εντυπωσιακή τόσο για την εποχή όσο και για την ηλικία του συνθέτη. Μέσα από αυτήν, ο Σοστακόβιτς πετυχαίνει μια τεράστια γκάμα ηχοχρωμάτων. «Εχει μια τεράστια φαντασία μέσα του. Τα ξύλινα πνευστά αποκτούν ίσως θεατρικό χαρακτήρα και τα χάλκινα αναδεικνύουν άλλοτε τα σατιρικά στοιχεία και άλλοτε τα δραματικά, όπως στο τελευταίο μέρος.

Πόσο δύσκολο είναι για έναν μαέστρο και για μια ορχήστρα, όταν επιχειρούν να ερμηνεύσουν αυτή τη συμφωνία, να ξεχάσουν τον Σοστακόβιτς των μετέπειτα χρόνων και να αποδώσουν όλα αυτά τα ωραία, τον νεανικό ενθουσιασμό, την ατίθαση τόλμη του που δεν γνώριζε ακόμη τι θα συμβεί αργότερα. Οταν παίρνεις μια παρτιτούρα, πρέπει να αδειάζεις τις πληροφορίες που έχεις στο κεφάλι σου και να βλέπεις μόνο το μουσικό έργο που είναι μπροστά σου. Δηλαδή να ακούσεις τι ήθελε να πει η δόνηση, η ψυχή του συνθέτη, η προσωπικότητά του, τη συγκεκριμένη στιγμή που το έγραψε.

Στην Πρώτη Συμφωνία αναγνωρίζεις έναν συνθέτη που αποκαλύπτει την ταυτότητά του, την οποία βλέπουμε και στα επόμενα έργα του. Είναι ένας συνθέτης μεγάλων προσδοκιών για τον μοντερνισμό. Η Πρώτη, η ΤέταρτηΣυμφωνία του Σοστακόβιτς και η τελευταία του είναι αβανγκάρντ. Σε ό,τι αφορά την Πρώτη, η δυσκολία της βρίσκεται λιγότερο στην καθαρή δυναμική και περισσότερο στην ακρίβεια, στον χαρακτήρα της και, όπως είπα ξανά, στις αλλαγές του ύφους.

Ενας καλλιτέχνης αν δεν είναι παπαγαλάκι, έχει μια ειλικρινή γλώσσα».

Η ευθεία ρήξη του Σοστακόβιτς με το σταλινικό καθεστώς ήρθε με την παρουσίαση της «Λαίδης Μάκβεθ», παρατηρεί ο Γ. Μπαλατσινός. Το έργο παίχτηκε για πρώτη φορά στο Μιχαϊλόφσκι, ένα από τα παλαιότερα λυρικά θέατρα της Ρωσίας, το 1934. Τον Δεκέμβριο του 1936 ανέβηκε στο Μπολσόι, όπου το παρακολούθησε ο Στάλιν. Πριν όμως από το τέλος του έργου αποχώρησε από την παράσταση. Η εφημερίδα «Πράβντα» θα γράψει για το έργο: «Σύγχυση αντί για μουσική».

Ο ΣΤΑΛΙΝ. «Εγώ πιστεύω ότι ο Στάλιν σίγουρα είχε έγνοια και γνώση για το τι καλλιτέχνη είχε. Παρόλο που προσπάθησε να τον φοβίσει, δεν μπορούσε να τον αλλάξει. Αν ήθελε να τον εξοντώσει, θα το είχε κάνει. Γνώριζε όμως ο Στάλιν ότι ο συνθέτης αυτός ήταν ένα τεράστιο κεφάλαιο για τη Ρωσία, για την κουλτούρα της Ρωσίας.

Αν όμως θέλω να είμαι ειλικρινής, το ερώτημα αν θα είχαμε έναν διαφορετικό Σοστακόβιτς αν δεν υπήρχε ο Στάλιν δύσκολα μπορεί να απαντηθεί. Σίγουρα μετά την ΠρώτηΣυμφωνία περιμένεις να ακούσεις στα επόμενα έργα του κάτι διαφορετικό, ίσως χωρίς να έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του το σταλινικό καθεστώς.

Αλλά ακόμη και σε αυτές τις συνθήκες ο Σοστακόβιτς παρέμεινε Σοστακόβιτς. Μπορεί η τεχνική του να είχε εξελιχθεί διαφορετικά, αλλά η γλώσσα του θα παρέμενε η ίδια. Το ύφος του έργου του θα είχε αλλάξει και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο εξέφραζε τα συναισθήματά του. Αν έχεις κάποια φοβία, ο τρόπος που αποτυπώνεις τον εσωτερικό σου κόσμο είναι διαφορετικός. Σίγουρα θα συνέχιζε πιο ανοιχτά τον τρομερό μοντερνισμό εάν δεν είχε την πίεση του Στάλιν. Μπορεί να έγραφε, για παράδειγμα, πειραματική μουσική όπως πολλοί συνθέτες του 20ού αιώνα.

Δεν θα χρειαζόταν να κρύβει τα νοήματα πίσω από την ειρωνεία. Και βέβαια, αν δεν είχε αυτή τη δέσμευση, δεν θα χρειαζόταν να χρησιμοποιεί τόσο συχνά τις παραδοσιακές συμφωνικές μορφές για να ικανοποιεί τις απαιτήσεις τού τότε σοσιαλιστικού γίγνεσθαι. Αλλά δεν μπορούμε να παραλείψουμε το ότι ίσως ακριβώς αυτή η

πίεση που είχε από το καθεστώς να γέννησε και τη μοναδική δραματική ένταση της μουσικής του».

Το βέβαιο είναι πως η ακλόνητη ανάγκη του για έκφραση, η οποία ξεπερνούσε κάθε εξωτερικό περιορισμό ή φόβο, συνοψίζεται με τον πιο εμφατικό τρόπο στα λόγια του ίδιου του Σοστακόβιτς: «Αν μου κόψουν και τα δύο χέρια, θα συνθέσω μουσική ούτως ή άλλως κρατώντας την πένα στα δόντια μου».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail