Στο «Superstar» της Ιωάννας Πορτόλου και της ομάδας χορού Griffón, που παρουσιάζεται από τις 20 του μήνα στο ΠΛΥΦΑ, ο σκηνικός χώρος θυμίζει ρινγκ. Τρεις χορεύτριες δημιουργούν μια απόκοσμη και άγρια συναυλία, δοκιμάζουν τα όριά τους και μεταμορφώνουν τη σκηνή σε μια αχόρταγη αρένα, όπου το θέαμα έχει πάντα τον πρώτο λόγο.

«Το σκηνικό είναι ένα τετράγωνο κίτρινο πάτωμα με διαστάσεις 6×6 μέτρα. Το κοινό κάθεται γύρω γύρω και σε απόσταση αναπνοής πλαισιώνοντας αυτό το τετράγωνο. Οι ερμηνεύτριες κινούνται κάτω από τη συνθήκη ότι δεν υπάρχει έξοδος ή διέξοδος από το τετράγωνο…», σημειώνει στο «Νσυν» η χορογράφος για τις Ιωάννα Αποστόλου, Κωνσταντίνα Μπάρκουλη και Θεανώ Ξυδιά, οι οποίες κινούνται ακατάπαυστα ανάμεσα στη φιλοδοξία και την εξάντληση, μέσα στους υποβλητικούς ηλεκτρονικούς ήχους του Αντώνη Παλάσκα. «Δεν υπάρχει κανένα σημείο που να αποτελεί καταφύγιο για τις ερμηνεύτριες πάνω στη σκηνή.

Οι θεατές με τη διάταξη των θέσεων και τα σώματά τους υπογραμμίζουν αυτόν τον εγκλεισμό. Ο κάθε θεατής γίνεται μέρος του σκηνικού για τους θεατές που κάθονται απέναντί του. Οχι μόνο σαν σώμα, αλλά επίσης και σαν βλέμμα. Το βλέμμα, κατά τη γνώμη μου, λειτουργεί με δύο τρόπους, παρατηρώ το βλέμμα του θεατή απέναντί μου να πέφτει πάνω στα σώματα των ερμηνευτριών, αλλά επίσης παρατηρώ πώς είναι όταν κάνω και εγώ το ίδιο, δηλαδή το δικό μου βλέμμα πάνω σε αυτά τα σώματα γίνεται το σκηνικό για τους θεατές απέναντί μου».

Η ίδια και ο Α. Παλάσκας απαντούν στις ερωτήσεις του «Νσυν»: 1. Κατά πόσο η δημόσια έκθεση, η συνεχής ενασχόληση με την «ορατότητά» μας μέσω των social media φέρουν μέσα τους ήδη την αυτοκαταστροφή; 2. Ποια είναι η μουσική που συνοδεύει την παράσταση και γιατί; 3. Τι θα θέλατε να σκεφτούν και τι να αισθανθούν οι θεατές μετά το τέλος της παράστασης;

Ιωάννα Πορτόλου: «Είμαστε πιο “μουντζουρωμένοι” απ’ ό,τι θα θέλαμε»

  1. Η συνεχής έκθεση, όπως την καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, είναι μία παγίδα με κινδύνους. Θα πρέπει να εξελίσσω συνεχώς έναν ιδανικό εαυτό όπου τα standards του πιθανώς είναι εκτός πραγματικότητας και η μόνη ενασχόλησή μου πλέον θα είναι να τον φτάσω, κυνηγώντας δηλαδή κάτι ανέφικτο. Επίσης οι πιο προσωπικές μου στιγμές θα είναι και αυτές σε κοινή θέα, δηλαδή δεν θα δίνω στον εαυτό μου καν το δικαίωμα να ολοκληρώνω ή να ενσωματώνω τις εμπειρίες μου, μόνη μου και στον δικό μου χρόνο. Αυτό είναι σωρευτικά εξαντλητικό! Πού πήγε το δικαίωμα για τον ιδιωτικό χρόνο; Για την αποτυχία; Για τον πειραματισμό, για το ρίσκο, χωρίς την έγκριση και τον σχολιασμό από το δημόσιο βλέμμα;
  2.  Η μουσική που συνοδεύει την παράσταση αντικατοπτρίζει όλη αυτή τη διαστρέβλωση της pop και star κουλτούρας, με σαφή την εκκίνηση όμως από αυτήν. Ο Αντώνης Παλάσκας που υπογράφει τη μουσική σύνθεση και όλο το ηχητικό τοπίο γενικά, είναι μαζί μας από την αρχή των προβών και σε ολόκληρη την πορεία προς την παράσταση. Αρα και ο ήχος ή η μουσική είναι ένα ζωντανό στοιχείο του έργου, με τη δική του περιπετειώδη πορεία, και παραμένει ζωντανό ακόμα και στις παραστάσεις. Διατηρούμε τη δομή του έργου και τα επίπεδα σαν πρώτες ύλες, παραμένοντας όλοι ανοιχτοί και στον αυτοσχεδιασμό, άρα και στην εμπειρία της κάθε στιγμής και της χημείας μεταξύ μας.
  3. Θα ήθελα οι θεατές, και εγώ μαζί, να αναρωτηθούμε πόσο δεν δίνουμε τη δυνατότητα στον εαυτό μας να έχουμε μια προσωπική εμπειρία του εαυτού μας. Μια εμπειρία μας από πρώτο χέρι. Δηλαδή μια δική μας εμπειρία και όχι μια εμπειρία μέσα από την εικόνα μας. Οχι μέσα από το βλέμμα του απέναντι θεατή δηλαδή. Οχι μέσα από αυτό που λαμβάνουμε από την εικόνα με την οποία μπορούμε να ταυτιστούμε. Είναι ίσως μια πιο εσωτερική εικόνα που χρειάζεται περισσότερη υπομονή, αποδοχή και κατανόηση για το ότι είμαστε και πιο μουντζουρωμένοι από ό,τι θα θέλαμε ενίοτε.

Αντώνης Παλάσκας: «Ενώ το σώμα υποφέρει, το είδωλο παραμένει άφθαρτο»

  1. Νομίζω πως η συνεχής ενασχόληση με την εικόνα μάς αναγκάζει να κοιτάμε τον εαυτό μας απ’ έξω. Ενώ το σώμα κουράζεται, υποφέρει, πονάει και γερνάει, το είδωλο πρέπει να παραμένει άφθαρτο και διαθέσιμο. Η αυτοκαταστροφή έρχεται όταν δεν έχεις κάτι άλλο να δώσεις.
  2. Η μουσική τείνει να είναι pop, αλλά όπως και οι χορευτές γυρνάει να κοιτάξει προς τη σκοτεινή πλευρά, εκεί όπου βρίσκεται η αιτία. Αντανακλά τη μοναξιά και την ανασφάλεια που τροφοδοτούν την ανάγκη για προβολή. Σταματάει να είναι προϊόν διασκέδασης και βουτάει στο κενό, τον φόβο και τη σιωπή κάποιες φορές. Οι φωνές αλλοιώνονται καθώς το σώμα και το μυαλό προσπαθούν να επιβιώσουν εκεί όπου τα όρια του ποιος είμαι είναι τελικά ασαφή.
  3. Αυτό που σκέφτομαι είναι πως θα ήθελα ο θεατής να κοιτάξει εκεί όπου δεν έχει τολμήσει να κοιτάξει ποτέ. Να πάρει θέση απέναντι στην κατανάλωση και απέναντι στην πορνογραφία της εικόνας. Γιατί αρεσκόμαστε στην πτώση, στον πόνο; Ποιο είναι το σημείο που πρέπει να φτάσει ένα είδωλο για να αντέξει όλη αυτή τη διαδρομή και πού βρίσκεται ο κάθε θεατής μέσα του όταν συμβαίνει όλο αυτό;

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.