Η τοποθεσία, το μέγεθος σε τετραγωνικά μέτρα (τ.μ.), το είδος του ακινήτου καθώς και οι ανέσεις που παρέχει, όπως ο τύπος θέρμανσης, η πισίνα κ.λπ., εξηγούν το μέγεθος της μεταβλητότητας των τιμών των ακινήτων σε όλη την Ελλάδα, σύμφωνα με τα μοντέλα ανάλυσης της Τράπεζας Πειραιώς.

Πιο συγκεκριμένα, τα βασικά συμπεράσματα της ανάλυσης της τράπεζας είναι τα ακόλουθα:

n Οσο πιο μικρό είναι το εμβαδόν του ακινήτου, τόσο υψηλότερη είναι η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο. Υπάρχει μια θετική αλλά ανελαστική σχέση μεταξύ του μεγέθους του ακινήτου και της αξίας πώλησής του, ούτως ώστε η τιμή ανά τ.μ. να μειώνεται όσο αυξάνεται το μέγεθος του ακινήτου, δηλαδή σε ένα ακίνητο 100 τ.μ. η τιμή ανά τ.μ. είναι 1.606 ευρώ, ενώ σε ένα ακίνητο 50 τ.μ. είναι 1.722.

n Οι μονοκατοικίες έχουν 6% υψηλότερη τιμή έναντι των διαμερισμάτων, ενώ οι μεζονέτες εκτιμώνται 7% χαμηλότερα.

n Πρόσθετες ανέσεις όπως πισίνα, αυτόνομη θέρμανση, σύνδεση φυσικού αερίου ή ύπαρξη χώρου στάθμευσης / αποθηκευτικού χώρου μπορούν να αποφέρουν ενίσχυση της εκτιμώμενης αξίας μεταξύ 7,5% (στάθμευση) έως 25% (πισίνα) έναντι μιας πανομοιότυπης ιδιοκτησίας που δεν έχει αυτές τις ανέσεις.

n Η ηλικία του ακινήτου, η βαθμολογία ενεργειακού πιστοποιητικού (EPC) και ο όροφος δεν παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για την τιμή πώλησης, παρά το γεγονός ότι αν ληφθούν υπόψη μεμονωμένα έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην αξία του ακινήτου.

n Η παλιά παροιμία «τοποθεσία, τοποθεσία, τοποθεσία» ισχύει και στην περίπτωση των ελληνικών ακινήτων. Τα ακίνητα στα νησιά των Κυκλάδων έχουν υψηλότερη αξία κατά 38% και στα νότια προάστια της Αθήνας κατά 36% έναντι ενός ακινήτου με τα ίδια χαρακτηριστικά στο κέντρο της Αθήνας. Αντίθετα, στα ακίνητα που βρίσκονται στη Θεσσαλία ή τη Μακεδονία η τιμή πώλησης είναι 43% και 50% αντίστοιχα χαμηλότερη έναντι ενός ακινήτου στο κέντρο της Αθήνας.

Ανάπτυξη

Ενας από τους σημαντικότερους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας είναι αυτός της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι ο κλάδος ακίνητης περιουσίας επηρεάζει ταυτόχρονα την πραγματική οικονομία, το τραπεζικό σύστημα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, τα δημόσια έσοδα.

Οπως εξηγεί η μελέτη, ο δίαυλος μέσω του οποίου ο κλάδος ακίνητης περιουσίας επηρεάζει την πραγματική οικονομία είναι είτε μέσω της οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης των νοικοκυριών είτε μέσω του κλάδου των κατασκευών. Αρχικά τα νοικοκυριά επενδύουν σημαντικό μέρος του συνολικού τους πλούτου σε ακίνητα και παράλληλα αφιερώνουν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους στην εξυπηρέτηση των στεγαστικών τους δανείων. Απότομες μειώσεις στις τιμές των ακινήτων ή αυξήσεις στο ύψος της μηνιαίας δόσης του στεγαστικού τους δανείου επηρεάζουν άμεσα τα επίπεδα κατανάλωσης του ιδιωτικού τομέα και άρα τους ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ. Επίσης, ο κλάδος ακίνητης περιουσίας συνδέεται άμεσα με την πιστωτική επέκταση και την πορεία του τραπεζικού κλάδου. Στις ανοδικές φάσεις του κύκλου των ακινήτων οι τράπεζες χαλαρώνουν τα πιστωτικά τους κριτήρια επιτρέποντας στα νοικοκυριά να αυξήσουν τη δανειστική τους μόχλευση, γεγονός το οποίο, όταν η πορεία του κύκλου αντιστραφεί, οδηγεί σε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και κατά συνέπεια πτώση του τραπεζικού δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Τέλος, σε περιόδους άνθησης των συναλλαγών δημιουργούνται πολλαπλές πηγές δημόσιων εσόδων, οι οποίες περιορίζονται δραστικά μόλις αντιστραφεί η πορεία των τιμών και των συναλλαγών.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail