Η παγκόσμια αγορά ακινήτων μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση ασφυξίας λόγω των απρόσιτων τιμών, όμως η Κίνα φαίνεται να ακολουθεί έναν δικό της, ανατρεπτικό δρόμο αυτορρύθμισης.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της χώρας, οι τιμές των κατοικιών στο ασιατικό γίγαντα σημείωσαν πτώση τον Ιούνιο για 37ο συνεχόμενο μήνα.
Συγκεκριμένα, σε 70 επιλεγμένες πόλεις καταγράφηκε νέα μηνιαία υποχώρηση κατά 0,15% στις τιμές των νεόδμητων ακινήτων, ενώ στα μεταχειρισμένα η πτώση ήταν ακόμη πιο έντονη, φτάνοντας το 0,32%. Η διολίσθηση αυτή, αν και αντανακλά την ευρύτερη κρίση που ξεκίνησε το 2021 με την κατάρρευση κατασκευαστικών κολοσσών όπως η Evergrande, κρύβει πίσω της ένα εντυπωσιακό κοινωνικό παράδοξο: το 90% του κινεζικού πληθυσμού είναι πλέον ιδιοκτήτης τουλάχιστον μίας κατοικίας.
Το ποσοστό αυτό γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς τη νέα γενιά, καθώς το 70% των Κινέζων κάτω των 35 ετών διαμένει σε ιδιόκτητο σπίτι. Πρόκειται για ένα επίτευγμα αξιοσημείωτο για μια χώρα με τεράστιο πληθυσμιακό όγκο, το οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ξεκάθαρη πολιτική κατεύθυνση που έδωσε η ηγεσία του Πεκίνου. Η κεντρική γραμμή του προέδρου Σι Τζινπίνγκ, ότι τα σπίτια προορίζονται για να ζει ο κόσμος και όχι για να κερδοσκοπεί, μετατράπηκε σε ένα αυστηρό μοντέλο κρατικής παρέμβασης. Το κράτος ανέλαβε να διευρύνει την προσφορά, να διευκολύνει τη στεγαστική πίστη για τους αγοραστές πρώτης κατοικίας και να υψώσει απροσπέλαστα τείχη απέναντι στους επενδυτές που έβλεπαν τα ακίνητα αποκλειστικά ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Η στρατηγική της Κίνας για την εξομάλυνση της κρίσης συνδυάζει τα κίνητρα με τους δρακόντειους περιορισμούς. Για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, η κεντρική τράπεζα κατάργησε το ελάχιστο επιτόκιο και μείωσε την απαραίτητη προκαταβολή στο ιστορικό χαμηλό του 15%. Παράλληλα, δόθηκε η ελευθερία στις τοπικές κυβερνήσεις να αγοράζουν αποπερατωμένα αλλά απολύτως απούλητα διαμερίσματα από κατασκευαστικές εταιρείες που βρίσκονταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Μέσω μιας ειδικής γραμμής χρηματοδότησης ύψους 500 δισεκατομμυρίων γιουάν, τα ακίνητα αυτά μετατράπηκαν σε προσιτή κοινωνική κατοικία και προγράμματα προστατευόμενης ενοικίασης, απορροφώντας το τεράστιο πλεόνασμα στοκ που είχε συσσωρευτεί τα προηγούμενα έτη.
Αντίθετα, για όσους επιδιώκουν να συγκεντρώσουν πολλαπλά ακίνητα, το τοπίο γίνεται εξαιρετικά δύσκολο. Για την αγορά δεύτερης κατοικίας η απαιτούμενη προκαταβολή ανέρχεται στο 25%, ενώ από το τρίτο σπίτι και πάνω οι τράπεζες αξιώνουν έως και το 75% της αξίας του ακινήτου προκαταβολικά, επιβάλλοντας παράλληλα πολύ υψηλότερα επιτόκια και αυξημένο ΦΠΑ. Οι περιορισμοί είναι ακόμη πιο εξαντλητικοί για τους ξένους επενδυτές, στους οποίους απαγορεύεται ρητά η αγορά ακινήτου με σκοπό την ενοικίαση, ενώ τίθεται ως προϋπόθεση η νόμιμη διαμονή ή εργασία στη χώρα για τουλάχιστον ένα έτος. Με αυτόν τον τρόπο, το κινεζικό μοντέλο καταφέρνει να ανακόψει τη συγκέντρωση των ακινήτων σε λίγα χέρια, διασφαλίζοντας ότι ο ζωτικός χώρος της αγοράς παραμένει ανοιχτός για τους νέους αγοραστές και τις ανάγκες της πραγματικής κοινωνίας.








