Η Ιταλία κάνει ένα ιστορικό βήμα για την καταπολέμηση της μαφίας, με νέο νόμο που δίνει σε παιδιά και νέους έως 25 ετών, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει σε οικογένειες του οργανωμένου εγκλήματος, την ευκαιρία να ξεφύγουν από αυτόν τον κύκλο βίας και εξάρτησης.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κράτος θα παρέχει σε όσους συμμετάσχουν στο πρόγραμμα μια νέα αρχή: μετακόμιση σε άλλη πόλη, εγγραφή σε νέο σχολείο και, εφόσον χρειαστεί, ακόμη και νέα ταυτότητα. Στόχος είναι να σταματήσει η διαγενεακή στρατολόγηση στις μαφιόζικες οργανώσεις.
Την Τετάρτη, το νομοσχέδιο με τίτλο «Ελεύθεροι να επιλέξουν» έλαβε την τελική έγκριση της Γερουσίας. «Σήμερα, το κοινοβούλιο μετατρέπει σε νόμο ένα όνειρο που για χρόνια φαινόταν αδύνατο», δήλωσε η πρόεδρος της κοινοβουλευτικής αντιμαφίας επιτροπής, Κιάρα Κολοζίμο. Σύμφωνα με την ίδια, περίπου 400 παιδιά που γεννιούνται κάθε χρόνο σε οικογένειες της μαφίας αναμένεται να ενταχθούν στο πρόγραμμα.
Η παράδοση της εξουσίας και η δυσκολία διάρρηξης των δεσμών
Σε πολλές ιταλικές μαφιόζικες φατρίες, η εξουσία περνάει από γενιά σε γενιά. Αν και αυτό δεν αποτελεί σταθερό κανόνα στη Σικελική Cosa Nostra ή στην Καμόρα της Νάπολης, είναι βαθιά ριζωμένο στην κουλτούρα της Καλαβρέζικης Ντρανγκέτα, μιας από τις ισχυρότερες εγκληματικές οργανώσεις διεθνώς. Εκεί, ο γιος του αρχηγού θεωρείται φυσικός διάδοχος του πατέρα του στην ηγεσία της φατρίας.
Οι οικογενειακοί δεσμοί καθιστούν τη Ντρανγκέτα εξαιρετικά δύσκολο να διαπεραστεί και ανθεκτική απέναντι στο σύστημα των pentiti – πρώην μελών που συνεργάζονται με τις αρχές. Για πολλούς, η ομολογία εγκλημάτων σημαίνει προδοσία όχι μόνο των συνεργών τους, αλλά και των ίδιων τους των συγγενών.
Η πρωτοβουλία του Ρομπέρτο ντι Μπέλα
Το 2011, ο Ρομπέρτο ντι Μπέλα, ως πρόεδρος του δικαστηρίου ανηλίκων στο Ρέτζιο Καλάμπρια, εγκαινίασε ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα επιτήρησης. Επιτρεπόταν στις αρχές να απομακρύνουν παιδιά από οικογένειες της Ντρανγκέτα και να τα μετακινούν σε ασφαλές περιβάλλον έως την ενηλικίωσή τους. Με τη στήριξη παιδαγωγών, κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων, τα παιδιά αυτά μπορούσαν να ολοκληρώσουν την εκπαίδευσή τους και να χτίσουν μια ζωή μακριά από το έγκλημα.
Οι γονείς που συνέχιζαν να εμπλέκουν τα παιδιά τους σε παράνομες δραστηριότητες κινδύνευαν να χάσουν τα γονικά τους δικαιώματα. Το πρόγραμμα ονομάστηκε Liberi di Scegliere – δηλαδή Ελεύθεροι να επιλέξουν.
Η πρωτοβουλία προκάλεσε αντιδράσεις. Ο ντι Μπέλα κατηγορήθηκε ότι διαλύει οικογένειες, ενώ δέχθηκε επικρίσεις από πολιτικούς, σχολιαστές και μέλη της Εκκλησίας. Ένας φυλακισμένος αρχηγός μαφίας τού έστειλε έμμεση απειλή, υπενθυμίζοντάς του ότι «όλοι έχουν παιδιά».
Ωστόσο, η υποστήριξη ήρθε από απρόσμενες πλευρές. Μητέρες από οικογένειες της Ντρανγκέτα, ακόμη και σύζυγοι ισχυρών αρχηγών, άρχισαν να ζητούν μυστικά τη βοήθειά του, εκφράζοντας φόβους ότι τα παιδιά τους θα κατέληγαν στη φυλακή ή νεκρά.
Ένας νόμος με κοινωνική διάσταση
«Πρόκειται για έναν εξαιρετικά σημαντικό νόμο με τεράστιες δυνατότητες, γιατί μπορεί να αλλάξει πραγματικά τη ζωή εκατοντάδων γυναικών και παιδιών», δήλωσε ο ντι Μπέλα στην εφημερίδα The Guardian. Όπως τόνισε, η νομοθεσία δίνει στις γυναίκες τη δυνατότητα να ξαναχτίσουν τη ζωή τους, να εκπαιδευτούν, να εργαστούν και, αν το επιλέξουν, να αλλάξουν ακόμη και το επώνυμό τους.
Ο νόμος προβλέπει ότι μητέρες και παιδιά παραμένουν μαζί, εφόσον η μητέρα αποκόψει κάθε δεσμό με τη μαφία. Οι οικογένειες μεταφέρονται σε προστατευμένες τοποθεσίες εκτός της περιοχής τους. Αν η μητέρα συνεχίσει να έχει σχέσεις με το οργανωμένο έγκλημα, τα παιδιά τοποθετούνται σε ανάδοχες οικογένειες ή σε ειδικά ιδρύματα, όπου λαμβάνουν εκπαίδευση και ψυχολογική στήριξη.
Ο ντι Μπέλα παρακολούθησε τη συνεδρίαση της Γερουσίας και δήλωσε βαθιά συγκινημένος από την ψήφιση του νομοσχεδίου. Λίγες ώρες αργότερα, έλαβε δεκάδες μηνύματα από οικογένειες που είχαν συμμετάσχει στο πιλοτικό πρόγραμμα. Μία πρώην σύζυγος μέλους της μαφίας έγραψε: «Σήμερα είναι μια ιστορική μέρα για τόσες γυναίκες και παιδιά που μπορούν πλέον να κοιτάξουν το μέλλον με ελπίδα. Αυτή η νομοθεσία θα αλλάξει ζωές, όπως αλλάξατε κι εσείς τη δική μας».
«Είναι ο σωστός νόμος», υπογράμμισε ο εισαγγελέας του Τζέλα στη Σικελία, Σαλβατόρε Βέλα. «Αναγνωρίζει ότι η μάχη κατά της μαφίας δεν αφορά μόνο την αστυνόμευση, αλλά και την κουλτούρα και το κοινωνικό περιβάλλον».