Ξεκίνησε από τις χαμηλές κατηγορίες της Θεσσαλονίκης και πλέον βρίσκεται στη Γ’ Εθνική.

Ο Μανόλης Κωνσταντάρας, ο προπονητής που έχτισε από το μηδέν την ομάδα «φαινόμενο» και έχει ξετρελάνει το ελληνικό ποδόσφαιρο, μιλά αποκλειστικά στο tanea.gr.

Η ΜΠΑΜ FC ξεκίνησε από μια ομάδα YouTubers στα τοπικά πρωταθλήματα της Θεσσαλονίκης και μέσα σε λίγα μόλις χρόνια έφτασε στις ημιεπαγγελματικές κατηγορίες. Πίσω από αυτή την επιτυχία βρίσκεται ένας τεχνικός που έζησε την ομάδα από την πρώτη της ημέρα.

Βρίσκεστε στη ΜΠΑΜ από την πρώτη ημέρα του πρότζεκτ. Αν σας έλεγε κάποιος τότε ότι μέσα σε λίγα χρόνια η ομάδα θα έφτανε στη Γ’ Εθνική, θα το πιστεύατε;

«Θα τον πίστευα, καθώς η ΜΠΑΜ έχει καταφέρει να τραβήξει το ενδιαφέρον από κάθε μεριά της Ελλάδας. Δεν είναι απλό όμως για μια ομάδα χωρίς δικά της γήπεδα, χωρίς κάποιον πρόεδρο με μεγάλο κεφάλαιο και με τόση νεανικότητα αλλά και απειρία, να καταφέρει όλα αυτά. Η φιλοδοξία όμως, όταν είναι αληθινή και μεγάλη, μπορεί να υπερβεί κάθε δυσκολία».

Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το σημαντικότερο στοιχείο που οδήγησε τη ΜΠΑΜ στις συνεχόμενες ανόδους;

«Η φιλοδοξία. Όποιο παιδί έχει περάσει από την ομάδα είχε κάτι να αποδείξει, και έχουμε πολλά παραδείγματα παικτών που είχαν απογοητευτεί από το ποδόσφαιρο και βρήκαν στην ΜΠΑΜ το καταφύγιό τους. Η στάση των προέδρων, πάντα υπέρ της σταθερότητας και του καλού κλίματος, ήταν πολύ σημαντικό λιθαράκι».

Πώς είναι να προπονείτε μια ομάδα που συνδυάζει το ποδόσφαιρο με την έντονη παρουσία στα social media και έχει τόσο μεγάλο κοινό;

«Δεν με απασχολεί στην καθημερινότητα. Προσπαθώ να περάσω στους παίκτες ότι πάνω απ’ όλα είμαστε μια ποδοσφαιρική ομάδα. Η προβολή στα social media κρύβει παγίδες, γι’ αυτό φέρνουμε παιδιά με καλό χαρακτήρα και ταπεινότητα».

Πώς θα περιγράφατε τη συνεργασία σας με τον Madney και τον Karpouzi;

«Το ότι βρισκόμαστε 4 σεζόν μαζί δείχνει ότι κάτι καλό γίνεται. Μου έχουν δείξει μεγάλη πίστη και τους είμαι ευγνώμων. Στον αγωνιστικό σχεδιασμό έχω τον απόλυτο έλεγχο, κάτι πολύ σημαντικό για την επιτυχία κάθε προπονητή».

Πότε αποφασίσατε ότι θέλετε να ακολουθήσετε την προπονητική και ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα στον χώρο;

«Ήρθε εντελώς αναπάντεχα. Το 2017 σπούδαζα Πολιτικές Επιστήμες, χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για το μέλλον μου.

Ένας φίλος μου πρότεινε να σπουδάσουμε στις σχολές της UEFA, και το 2019 έκανα αίτηση για τη σχολή UEFA C στη Σάμο, χωρίς να έχω προπονήσει ποτέ ούτε ακαδημία.

Ακολούθησαν χρόνια σε ακαδημίες και ομάδες στην Καβάλα, ώσπου το καλοκαίρι του 2022 μετακόμισα στη Θεσσαλονίκη για να αναλάβω την ΜΠΑΜ».

Ποια είναι η φιλοσοφία σας ως προπονητής; 

«Μου αρέσουν οι ομάδες με ταυτότητα, όπου βλέπεις το πρόσωπο του προπονητή στον τρόπο που παίζουν. 

Προτιμώ το κάθετο ποδόσφαιρο με υπεραριθμία στο επιθετικό τρίτο. 

Δεν έχω υπομονή όταν χάνουμε την μπάλα, θέλω να την ανακτούμε άμεσα. Θέλω παίκτες με ευφυΐα, work rate, φιλοδοξία και ταπεινότητα».

Υπάρχει κάποια στιγμή στην πορεία σας που θεωρείτε καθοριστική για την εξέλιξή σας;

«Οι ήττες. Τα πρώτα μου χρόνια έχανα αρκετά, και αυτό έπαιξε τεράστιο ρόλο στην εξέλιξή μου. Ακόμα κάνω λάθη, προσπαθώ όμως να κρατάω το δίδαγμα από το καθένα».

Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που σας έχει διδάξει μέχρι σήμερα το ποδόσφαιρο;

«Ότι η ζωή είναι δίκαιη. Θα σε δοκιμάσει στην αρχή για να δει αν θα τα παρατήσεις. Αν δεν τα παρατήσεις, θα σου δώσει».

Πολλοί χαρακτηρίζουν τη ΜΠΑΜ ως το πιο πρωτοποριακό ποδοσφαιρικό project στην Ελλάδα. Πιστεύετε ότι μπορεί να αποτελέσει πρότυπο και για άλλες ομάδες;

«Ναι. 

Το σπουδαιότερο που έκανε η ΜΠΑΜ είναι να ενώσει φιλάθλους όλων των ομάδων και να φέρει ξανά τα παιδιά κοντά στον αθλητισμό. 

Η ΜΠΑΜ ήταν η πρώτη ομάδα που απέδειξε τόσο μαζικά τη δύναμη των social media, και πλέον σχεδόν όλες οι ομάδες έχουν μπει σε αυτή τη λογική».

Αν σε πέντε χρόνια ξανακάναμε αυτή τη συζήτηση, πού θα θέλατε να βρίσκεται η ΜΠΑΜ και πού ο Μανόλης Κωνσταντάρας;

«Η ΜΠΑΜ σίγουρα με δικό της προπονητικό κέντρο και δικό της γήπεδο σε επαγγελματικές κατηγορίες. Όσον αφορά εμένα, σε ένα περιβάλλον που θα νιώθω ότι εξελίσσομαι, με υψηλού επιπέδου επαγγελματισμό».

Παναγιώτης Παγανέλης