Η υπόθεση των υποκλοπών στην Ελλάδα δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποκομμένη από όσα προηγήθηκαν στην Κύπρο. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα που στέλνει ο Κύπριος ερευνητικός δημοσιογράφος Φάνης Μακρίδης, ο οποίος, μιλώντας στον κυπριακό «Πολίτη», επαναφέρει στο προσκήνιο την έρευνά του για το δίκτυο εταιρειών spyware που αναπτύχθηκε στο νησί και, όπως υποστηρίζει, αποτέλεσε τη βάση για την εξάπλωση των εμπορικών λογισμικών παρακολούθησης στην περιοχή.

Διαβάστε επίσης: Κεσσές: Κατέθεσε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου νέα αίτηση ανάσυρσης της δικογραφίας των υποκλοπών
Η συνέντευξη αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα λίγες μόλις ημέρες μετά τον ισχυρισμό του ιδρυτή της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, σε δικαστικό έγγραφο στο Ισραήλ, ότι το Predator πωλήθηκε νόμιμα στις ελληνικές κρατικές αρχές και επανέφερε στο επίκεντρο τις διαδρομές του λογισμικού και το επιχειρηματικό δίκτυο που το ανέπτυξε.
«Η ιστορία δεν άρχισε στην Ελλάδα»
Ο Μακρίδης υποστηρίζει ότι το ελληνικό σκάνδαλο αποτελεί συνέχεια μιας ιστορίας που είχε ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα στην Κύπρο.
Όπως αναφέρει, ισραηλινές εταιρείες κυβερνοπαρακολούθησης εγκαταστάθηκαν στο νησί, αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό του καθεστώς, αναπτύσσοντας τεχνολογία, πραγματοποιώντας εξαγωγές και δημιουργώντας ένα πλέγμα εταιρειών που αργότερα συνδέθηκε και με την ελληνική υπόθεση Predator. Κατά τον ίδιο, η Κύπρος εξελίχθηκε σε κόμβο της παγκόσμιας βιομηχανίας spyware και όχι απλώς σε μια χώρα όπου δραστηριοποιούνταν μεμονωμένες εταιρείες.
Η υπόθεση που, κατά τον ίδιο, ήταν σημαντικότερη από το «μαύρο βαν»
Παρότι η διεθνής δημοσιότητα επικεντρώθηκε το 2019 στο περίφημο «μαύρο βαν» του Ταλ Ντίλιαν, ο δημοσιογράφος εκτιμά ότι υπήρχε μια πολύ σοβαρότερη υπόθεση, η οποία δεν έλαβε την ίδια προσοχή.
Αναφέρεται στην εγκατάσταση συστημάτων παρακολούθησης κοντά στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, υποστηρίζοντας ότι οι δυνατότητες συλλογής πληροφοριών ήταν πολύ μεγαλύτερες από όσες είχαν παρουσιαστεί τότε δημόσια. Κατά τον ίδιο, το «μαύρο βαν» αποτέλεσε μόνο την πιο ορατή εικόνα ενός πολύ ευρύτερου μηχανισμού.
Οι servers και οι εκατομμύρια συσκευές
Ένα ακόμη σημείο που ξεχωρίζει στη συνέντευξη αφορά τα ευρήματα των ερευνών των κυπριακών Αρχών.
Ο Μακρίδης αναφέρει ότι στις έρευνες εντοπίστηκαν servers και ψηφιακές υποδομές οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, εμφάνιζαν δυνατότητα πρόσβασης ή διαχείρισης δεδομένων που αφορούσαν περισσότερες από 9,5 εκατομμύρια συσκευές. Όπως επισημαίνει, το εύρημα αυτό καταδεικνύει το πραγματικό μέγεθος των επιχειρήσεων που είχαν αναπτυχθεί στην Κύπρο.
Οι πολιτικές διασυνδέσεις
Στη συνέντευξή του ο συγγραφέας επανέρχεται και στις σχέσεις των εταιρειών spyware με το πολιτικό σύστημα της Κύπρου.
Υποστηρίζει ότι κατά την έρευνά του κατέγραψε περιπτώσεις πολιτικών παρεμβάσεων, επαφών με κρατικούς αξιωματούχους και διευκολύνσεων προς εταιρείες του κλάδου, ενώ κάνει αναφορά και σε ηλεκτρονική αλληλογραφία του Ταλ Ντίλιαν με πολιτικά πρόσωπα της Κύπρου, η οποία -κατά τον ίδιο- αποτυπώνει το επίπεδο πρόσβασης που είχε σε κυβερνητικά κέντρα αποφάσεων.
Γιατί ενδιαφέρει την Ελλάδα
Η ελληνική υπόθεση των υποκλοπών εξετάστηκε κυρίως μέσα από τις δραστηριότητες της Intellexa στην Ελλάδα. Η οπτική που παρουσιάζει ο Μακρίδης είναι διαφορετική: υποστηρίζει ότι η Ελλάδα αποτέλεσε το τελευταίο στάδιο μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα στην Κύπρο, όπου διαμορφώθηκε το επιχειρηματικό, τεχνολογικό και -κατά τον ίδιο- πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι εταιρείες εμπορικής παρακολούθησης.
Η ανάλυσή του δεν προσθέτει νέα στοιχεία στη δικογραφία της ελληνικής υπόθεσης. Φωτίζει όμως το ιστορικό υπόβαθρο του δικτύου που βρέθηκε στο επίκεντρο του σκανδάλου και εξηγεί γιατί, κατά την άποψή του, οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από όσα συνέβησαν προηγουμένως στην Κύπρο.







