Την ώρα που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ακόμη ένα κύμα υψηλών θερμοκρασιών, η Γη ολοκλήρωσε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα «ραντεβού» της με το ηλιακό μας σύστημα. Στις 6 Ιουλίου έφτασε στο αφήλιο, το πιο απομακρυσμένο σημείο της τροχιάς της γύρω από τον Ήλιο, σε απόσταση περίπου 152,1 εκατομμυρίων χιλιομέτρων.
Το γεγονός προκαλεί κάθε χρόνο την ίδια απορία όπως άλλωστε γράφει και το Forbes: αν η Γη βρίσκεται πιο μακριά από τον Ήλιο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του έτους, γιατί στο βόρειοημισφαίριο επικρατεί το καλοκαίρι και, συχνά, ακραίοι καύσωνες;
Η απάντηση είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις αρχές της αστρονομίας. Οι εποχές δεν καθορίζονται από την απόσταση της Γης από τον Ήλιο, αλλά από την κλίση του άξονα περιστροφής της, περίπου 23,5 μοίρες, ως προς το επίπεδο της τροχιάς της.
Το σημείο που βρέθηκε ο ήλιος στις 6 Ιουλίου απέχει σχεδόν πέντε εκατομμύρια χιλιόμετρα περισσότερο από ό,τι στις αρχές Ιανουαρίου, όταν βρίσκεται στο περιήλιο, δηλαδή στο κοντινότερο σημείο της τροχιάς της.
Κατά τους θερινούς μήνες, το βόρειο ημισφαίριο είναι στραμμένο προς τον Ήλιο. Οι ηλιακές ακτίνες προσπίπτουν πιο κάθετα στην επιφάνεια της Γης, οι ημέρες διαρκούν περισσότερο και
το έδαφος απορροφά περισσότερη ενέργεια. Αυτοί οι παράγοντες εξηγούν τη θερινή περίοδο και όχι η μικρή μεταβολή της απόστασης από τον Ήλιο.
Η τροχιά της Γης δεν είναι απολύτως κυκλική αλλά ελαφρώς ελλειπτική. Η διαφορά ανάμεσα στο περιήλιο, όταν ο πλανήτης βρίσκεται πιο κοντά στον Ήλιο στις αρχές Ιανουαρίου, και στο αφήλιο του Ιουλίου είναι περίπου πέντε εκατομμύρια χιλιόμετρα. Η μεταβολή αυτή οδηγεί σε μια διαφορά της τάξης του 7% στην εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία, ποσοστό που είναι πολύ μικρό για να καθορίσει τις εποχές.
Υπάρχει, όμως, ακόμη μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Το βόρειο ημισφαίριο, όπου ζει περίπου το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού, διαθέτει πολύ περισσότερη ξηρά από το νότιο. Οι ήπειροι θερμαίνονται ταχύτερα από τους ωκεανούς, γεγονός που συμβάλλει ώστε τα καλοκαίρια του βόρειου ημισφαιρίου να είναι, κατά μέσο όρο, θερμότερα, παρότι συμπίπτουν με το αφήλιο.
Γιατί όμως οι καύσωνες φαίνεται να γίνονται πιο έντονοι;
Εδώ η απάντηση δεν βρίσκεται πλέον στην αστρονομία αλλά στην επιστήμη του κλίματος.
Οι διεθνείς επιστημονικοί οργανισμοί, όπως η World Meteorological Organization και η Intergovernmental Panel on Climate Change, είναι σαφείς: η αύξηση της συγκέντρωσης αερίων του θερμοκηπίου έχει οδηγήσει σε άνοδο της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, με αποτέλεσμα τα ακραία θερμά επεισόδια να εμφανίζονται συχνότερα, να διαρκούν περισσότερο και να γίνονται εντονότερα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε καύσωνας προκαλείται αποκλειστικά από την κλιματική αλλαγή. Οι καύσωνες εξακολουθούν να αποτελούν φυσικό μετεωρολογικό φαινόμενο. Ωστόσο, η υπερθέρμανση του πλανήτη μεταβάλλει τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνονται, αυξάνοντας σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης ακραίων θερμοκρασιών και καταρρίψεων
ιστορικών ρεκόρ.
Το ίδιο ισχύει και για άλλα φαινόμενα. Μια θερμότερη ατμόσφαιρα μπορεί να συγκρατήσει περισσότερους υδρατμούς, γεγονός που ευνοεί εντονότερες βροχοπτώσεις όταν δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες. Παράλληλα, οι παρατεταμένες περίοδοι ζέστης αυξάνουν την εξάτμιση, επιδεινώνοντας την ξηρασία σε πολλές περιοχές. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι δεν
αλλάζει μόνο η μέση θερμοκρασία του πλανήτη, αλλά και η συχνότητα και η ένταση των ακραίων καιρικών φαινομένων.
Το αφήλιο υπενθυμίζει κάθε χρόνο ότι οι εποχές της Γης εξακολουθούν να ακολουθούν τους ίδιους αστρονομικούς νόμους εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Εκείνο που αλλάζει σήμερα δεν είναι η τροχιά του πλανήτη γύρω από τον Ήλιο, αλλά το ενεργειακό ισοζύγιο της ατμόσφαιρας. Και αυτή η μεταβολή είναι που εξηγεί γιατί οι καύσωνες των τελευταίων δεκαετιών γίνονται ολοένα πιο επίμονοι και πιο έντονοι.