Έτος 2004, η καρδιά του αθλητισμού χτυπά στην Αθήνα. Όλοι αναμένουν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Ωστόσο, λίγους μήνες πριν αυτό γίνει πραγματικότητα, στις αρχές του καλοκαιριού, η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου παρατάσσεται στα γήπεδα της Πορτογαλίας, ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ελίτ.

Στο Euro, σε μία διοργάνωση που μέχρι τότε δεν είχαμε πετύχει ούτε καν γκολ! Μέχρι τότε, διότι αυτό που συνέβη στην Ιβηρική Χερσόνησο δεν έχει γραφτεί ούτε σε κορυφαία μυθιστορήματα.

Η Εθνική Ελλάδας, με τον εμβληματικό Ότο Ρεχάγκελ στον πάγκο, κάνοντας… πλάκα στην πρωταθλήτρια Γαλλία, καθηλώνοντας την Τσεχία του Νέντβεντ και σκορπώντας την Πορτογαλία των Φίγκο, Ντέκο και Κριστιάνο Ρονάλντο, κάθεται στο θρόνο του βασιλιά της Ευρώπης.

Σαν σήμερα, 04/07, η Ελλάδα κατακτά το Euro 2004. Ο Άγγελος Χαριστέας εκμεταλλεύεται την άστοχη έξοδο του Ρικάρντο και βάζει σε θέση οδηγού τη γαλανόλευκη αρμάδα.

Ο κόσμος στην Ελλάδα παραληρεί, υποτασσόμενος στην ηδονή της κυριαρχίας της Γηραιάς Ηπείρου. Βγαίνει στους δρόμους όλης της χώρας για να γιορτάσει το απόλυτο έπος.

Ο Φάνης Κατεργιαννάκης, τερματοφύλακας της Εθνικής, μιλά στο tanea.gr για όλη την πορεία της ομάδας, από την αρχή έως τη στέψη. Μοιράζεται ιστορίες για τον Ρεχάγκελ, τον Τοπαλίδη και τους συμπαίκτες του, ενώ ταυτόχρονα τονίζει την ομοιογένεια των παικτών και τη στήριξη της ομοσπονδίας.

YouTube video player 

Μέχρι το Euro 2004 είχατε αρκετές κλήσεις και έξι συμμετοχές με την Εθνική. Περιμένατε ότι θα είστε στην τελική αποστολή; Και πώς νιώσατε όταν το μάθατε;

«Είχα κληθεί και στα προκριματικά. Το πρώτο παιχνίδι στο οποίο συμπεριλήφθηκα σε αποστολή επί Ρεχάγκελ ήταν με την Ισπανία, στο 1-0. Ήμουν τότε στον Ολυμπιακό. Είχα έναν τραυματισμό, είχα ραγίσει το δάχτυλο του χεριού μου. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχανα προπόνηση. Προπονούμουν ακόμη και με ένα χέρι. Ήμουν σε καλή φυσική κατάσταση. Οπότε, όσο να ‘ναι, το περίμενα».

Πώς ήταν η καθημερινή συνεργασία σας με τον Αντώνη Νικοπολίδη και τον Κώστα Χαλκιά κατά τη διάρκεια του Euro 2004; Πώς λειτουργούσατε μεταξύ σας, υπήρχε ανταγωνισμός ή κυριαρχούσε η αλληλοϋποστήριξη;

«Ο Αντώνης ήταν ο βασικός μας τερματοφύλακας. Υπήρχε ανταγωνισμός, αλλά όλοι κοιτούσαμε το καλό της ομάδας, βάζοντας  κάτω τον εγωισμό μας. Θα χαρακτήριζα τη μεταξύ μας συνεργασία, άψογη».

Όπως έχετε αναφέρει σε παλαιότερες συνεντεύξεις σας, εκτελούσατε χρέη προπονητή και φωτογράφου. Ποια ήταν η αφορμή για να αναλάβετε τόσες ιδιότητες;

«Με χαροποίησαν τα λόγια του Ρεχάγκελ: “Δεν χρειάζεται να είσαι ο καλύτερος παίκτης της ομάδας, αρκεί να είσαι ο καλύτερος για την ομάδα”. Πράγματι, στις προπονήσεις, όπου με έβαζε, έπαιζα. Και αριστερό μπακ, και τερματοφύλακας, φωτογράφος, ακόμα και… προπονητής τερματοφυλάκων. Με μία λέξη, ένιωθα ικανοποίηση.

Όχι μόνο εγώ. Όλα τα παιδιά βάλαμε το «μαζί» πάνω από το «εγώ» και γι’ αυτό ήρθε και η επιτυχία. Πόσω μάλλον τα παιδιά που δεν αγωνίζονταν ως βασικοί, ακόμη και οι «φίρμες», όπως τους λέω εγώ, ο Ντέμης Νικολαΐδης, ο Νίκος Νταμπίζας και ο Βασίλης Τσιάρτας, οι οποίοι βοηθούσαν εκείνους που έπαιζαν χωρίς ίχνος παράπονου».

Δηλαδή ομοιογένεια και χημεία ήταν ο καθοριστικός παράγοντας της επιτυχίας σας;

«Εννοείται, η ομάδα υπερέχει των μονάδων. Και αυτό φάνηκε στην πορεία μας. Όσο περνούσαν τα παιχνίδια δεν χάναμε. Στα νοκ άουτ δεν χρειάστηκε να πάμε ούτε σε διαδικασία πέναλτι. Σημαντικό ρόλο για να δεθούμε ως σύνολο, αναμφίβολα έπαιξαν και ο κόουτς, ο Ότο Ρεχάγκελ, αλλά και ο αρχηγός μας, ο Θοδωρής Ζαγοράκης, ο οποίος κρατούσε τα αποδυτήρια.

Βέβαια, για να έρθει η επιτυχία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η ομοσπονδία. Ο κ. Βασίλης Γκαγκάτσης, ως πρόεδρος, όπως και όλοι οι άνθρωποι που στελέχωναν διοικητικά την ομάδα μας, μας παρείχαν τα πάντα. Άλλωστε, όλα ξεκινούν από την κορυφή της πυραμίδας».

Στην πρεμιέρα με την Πορτογαλία, τι ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά και σας έδωσε τη νίκη μέσα στο γήπεδο;

«Όπως είπα και πριν για τον αρχηγό μας, τον «Ζαγόρ», οι λέξεις που κυριαρχούσαν στα αποδυτήρια ήταν να μάθουμε από το παρελθόν και να μην ξεφτιλιστούμε. Αρχικός μας στόχος ήταν να πετύχουμε το πρώτο γκολ της Ελλάδας σε μεγάλη διοργάνωση και ο δεύτερος να πάρουμε την πρώτη μας νίκη. Έτσι και έγινε. Πιστεύω, λοιπόν, ότι τη διαφορά την έκανε η σοβαρότητα των παιδιών που αγωνίστηκαν».

Στο τελευταίο παιχνίδι του ομίλου με τη Ρωσία, μετά τα δύο γρήγορα γκολ των αντιπάλων, πώς το διαχειριστήκατε όλοι μαζί από τον πάγκο και πώς προσπαθήσατε να βοηθήσετε την ομάδα να αντιδράσει;

«Για εμένα, το γκολ του Ζήση Βρύζα ήταν το πιο κρίσιμο από όλα. Είχαμε πραγματοποιήσει μια πολύ άσχημη εμφάνιση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ότι δεν γνωρίζαμε αν προκρινόμασταν ή όχι. Ο Ότο ετοιμαζόταν να βάλει επιθετικό. Τότε κατέβηκε ο Καραγκούνης από την κερκίδα, ο οποίος είχε μάθει την εξέλιξη του άλλου παιχνιδιού, και μας είπε: “Μην ετοιμάζετε επιθετικό, προκρινόμαστε”.

Μπήκαμε, λοιπόν, στα αποδυτήρια τρεις παίκτες και ενημερώσαμε τους υπόλοιπους. Δεν ξέραμε τίποτα, ήρθε ο Καραγκούνης και μας το είπε. Είχαμε μεγάλη πίεση, γιατί δεν είχαμε παίξει καλά. Στη λήξη του αγώνα ήμασταν όλοι με σκυμμένο το κεφάλι. Τότε ο Γιώργος, ερχόμενος από την εξέδρα, μας είπε φωνάζοντας: “Καλά, προκριθήκαμε και είστε έτσι;”»

Σε ποιο σημείο της διοργάνωσης αρχίσατε να πιστεύετε πραγματικά ότι αυτή η ομάδα μπορούσε να φτάσει μέχρι το τέλος και να κατακτήσει το τρόπαιο;

«Αφότου προκριθήκαμε από τον όμιλο. Ήμασταν πεπεισμένοι ότι στα νοκ άουτ δεν πρόκειται να χάσουμε με τον τρόπο που παίζαμε. Και αν περνούσε η μπάλα από την πολύ καλή πίεση των επιθετικών μας, μετά υπήρχαν τα “λιοντάρια” που είχαμε στη μεσαία γραμμή και αμέσως μετά η άμυνά μας. Λέγαμε πως μόνο σε διαδικασία πέναλτι μπορούμε να αποκλειστούμε».

Ποια είναι η πιο χαρακτηριστική ανάμνηση που έχετε από τον Ότο Ρεχάγκελ κατά τη διάρκεια του Γιούρο;

«Η μεθοδολογία του, το πώς χειριζόταν την ψυχολογία, θέτοντας ανθρώπινα παραδείγματα και ερωτήματα. Θα δώσω ένα παράδειγμα, το οποίο το έχω ξαναπεί παλαιότερα, αλλά καλό είναι να το μάθουν και οι νέοι. Μας έλεγε λοιπόν για τον αγώνα με τη Γαλλία:

“Είχα μια Porsche την οποία περιποιούμουν, τη γυάλιζα, τα ζαντολάστιχα, το ταμπλό, όλα. Δεν την έδινα πουθενά, την είχα ερωτευτεί”.

Στο μεταξύ ο Τοπαλίδης μετέφραζε. Και συνέχισε ο Ότο λέγοντας: “Όταν ήμουν προπονητής στη Βέρντερ, είχα δώσει ρεπό στην ομάδα μια μέρα. Ένας Ανατολικογερμανός παίκτης μου, για πλάκα, μου είπε: ‘Κόουτς, θα μου δώσεις την Porsche να πάω στη Δρέσδη;’.

Του την έδωσα. Γιατί όμως το έκανα;” Εμείς κοιτούσαμε αποσβολωμένοι. Ήταν καθαρά τακτική ψυχολογίας. Λέει: “Γιατί την βαρέθηκα. Η Γαλλία πήρε Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό. Οι παίκτες της είναι γεμάτοι συλλογικές διακρίσεις. Αυτοί βλέπουν το γήπεδο σαν… Μαλδίβες, θέλουν ξεκούραση.

Παίξτε λίγο δυνατά και θα δείτε πώς θα πάει το ματς”. Και εν τέλει κάναμε το καλύτερό μας παιχνίδι απέναντι στη Γαλλία. Με τέτοιου είδους ανθρώπινα παραδείγματα έπαιρνε το 100% από όλους».

Μετά τη νίκη επί της Γαλλίας υπήρξαν πειράγματα ή σχόλια προς τον Θοδωρή Ζαγοράκη για τη θρυλική ντρίμπλα που έκανε στον Λιζαραζού;

«Όχι, εστιάσαμε κατευθείαν στο επόμενο παιχνίδι. Αυτά έγιναν μετά την κατάκτηση του Euro. Υπήρχε χημεία, η οποία αποτυπώθηκε και στον αγωνιστικό χώρο, όπως και στο γκολ του Χαριστέα με τη Γαλλία.

Για να ελευθερωθεί ο Άγγελος και να πάρει την κεφαλιά, ο Κατσουράνης έκανε κίνηση στο πρώτο δοκάρι, τραβώντας την προσοχή του κεντρικού αμυντικού, του Τουράμ. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες έπαιξαν ρόλο.

Οι παίκτες μιλούσαν από μόνοι μεταξύ τους, έβγαζαν αυτοματισμούς. Ο Χαριστέας μπορούσε να γυρίσει αριστερό μπακ και ο Φύσσας να πάει σέντερ φορ. Αναλυτές μας λένε μέχρι και σήμερα πως δεν κατάλαβαν ποτέ τον τρόπο παιχνιδιού μας. Ο Καραγκούνης τους απάντησε πως ούτε εμείς ξέρουμε».

Ποιος ήταν ο ρόλος του Γιάννη Τοπαλίδη στην καθημερινότητα της ομάδας και πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του στην επιτυχία;

«Ήταν το σημαντικότερο «γρανάζι» σε θέματα ψυχολογίας, κάτι που το καταλάβαμε και εμείς οι ποδοσφαιριστές αργότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του όταν εκτελούσε χρέη μεταφραστή.

Ο γερμανικός λόγος είναι λίγο ψυχρός και μπορεί να προσβάλει τους παίκτες. Είχα ρωτήσει τον Γεωργιάδη, ο οποίος είναι γερμανόφωνος γιατί ο Ότο μιλάει πέντε λεπτά και ο Τοπαλίδης δέκα, και μου είχε απαντήσει: “Άμα σου πω τώρα…”

Ο Τοπαλίδης σεβόταν την ψυχολογία του παίκτη. Τη στιγμή που ο Ρεχάγκελ μπορεί να τα έψελνε σε κάποιον ποδοσφαιριστή με τον γερμανικό τρόπο, ο Γιάννης το μετέφερε πιο “βελούδινα”, το φιλτράριζε, για να μην προσβληθεί κανείς.

Ήταν σημαντικό κομμάτι της ομάδας, από αναλυτής μέχρι μεταφραστής και γυμναστής. Έπαιζε και στο δίτερμα, όποτε χρειαζόταν: αυτός “δεκάρι”, εγώ αριστερό μπακ. Πολυεργαλείο ήταν και ο Γιάννης».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας σας πόσο σας επηρέασε ως ομάδα ο ενθουσιασμός του κόσμου τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Πορτογαλία;

«Υπάρχει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από το οποίο φαίνεται πως οι πρώτοι που πίστεψαν στην κατάκτηση του Euro ήταν οι φίλαθλοι.

Στην πρεμιέρα απέναντι στην Πορτογαλία, με το που βγήκαμε στον αγωνιστικό χώρο για την καθιερωμένη βόλτα, ήταν αρκετοί Έλληνες στην κερκίδα οι οποίοι φώναζαν: “σήκωσέ το το τιμημένο”.

Θυμάμαι πως κοιταχτήκαμε με τον Στέλιο και είπαμε: “τι λένε αυτοί;”. Μας έδωσαν μεγάλη ώθηση, τόσο με την πίστη τους, όσο και με την παρουσία τους στα γήπεδα, γεμίζοντάς τα στη συνέχεια όλο και περισσότερο».

Στον ημιτελικό με την Τσεχία, η οποία πίεζε έντονα και έχανε αρκετές ευκαιρίες, πώς βιώνατε όλα αυτά από τον πάγκο και τι επικρατούσε στην ομάδα πριν και μετά το γκολ του Δέλλα στην παράταση;

«Ήταν ένα από τα πιο δύσκολα παιχνίδια μας στη διοργάνωση. Η αναγκαστική αλλαγή του Νέντβεντ, λόγω τραυματισμού, ήταν σημαντική απώλεια για την Τσεχία. Από εκεί και έπειτα πιστεύαμε πως, έστω και στα πέναλτι, θα πάρουμε την πρόκριση.

Ο κ. Ρεχάγκελ μάς είχε πει πως σε τέτοιους αγώνες, όσο κρατάμε την μπάλα, τόσο βαραίνουν τα πόδια του φαβορί, του αντιπάλου. Πράγματι, αυτό συνέβη. Ήρθε το γκολ του «Τράι» και πήγαμε στον έβδομο ουρανό».

YouTube video player

Ο Άγγελος Χαριστέας πέτυχε το ιστορικό γκολ του τελικού απέναντι στην Πορτογαλία. Τι θυμάστε από τη στιγμή εκείνη και πώς το ζήσατε;

«Εμείς στον πάγκο το βιώναμε διαφορετικά. Όταν αγωνίζεσαι δεν έχεις τόσο άγχος, σε αντίθεση με αυτούς που βρίσκονται απ’ έξω. Από την αρχή του αγώνα λέγαμε πως, από τη στιγμή που φτάσαμε ως εδώ, δεν χάνεται αυτό το κύπελλο. Όλοι έλεγαν:

“Δεύτερη φορά τον οικοδεσπότη;”. Εμείς λέγαμε: “Γιατί όχι;”. Τους είχαμε κερδίσει στην πρεμιέρα, ενώ και στο φιλικό πριν από την έναρξη της διοργάνωσης δεν είχαμε χάσει».

Από τους πανηγυρισμούς μετά τη λήξη του τελικού, υπάρχει κάποια στιγμή που έχει χαραχτεί πιο έντονα στη μνήμη σας;

«Με τη λήξη του αγώνα γίναμε ένα με τον κόσμο. Δεν ξέραμε πού να πρωτοπάμε για να κάνουμε το «όλε». Πολλές φορές με ρωτούν: “Πώς το πήρατε;”. Η απάντησή μου είναι πως όλοι οι Έλληνες μαζί το σηκώσαμε. Σε όλα τα παιχνίδια νιώθαμε την αύρα όλου του κόσμου».

Όταν επιστρέψατε στην Ελλάδα και αντικρίσατε χιλιάδες φιλάθλους να σας αποθεώνουν, ποια ήταν τα συναισθήματά σας εκείνη τη στιγμή;

«Προτού φτάσουμε, μας έλεγαν τηλεφωνικά πως σε όλη τη χώρα ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους και πανηγύριζε. Όταν προσγειωθήκαμε, κατεβήκαμε από το αεροπλάνο και είδαμε περίπου 200 άτομα να μας χειροκροτούν. Είπαμε: “Σιγά τον κόσμο, καμία σχέση με αυτά που μας έλεγαν”.

Μόλις, όμως, μπήκαμε στο λεωφορείο με προορισμό το Παναθηναϊκό Στάδιο και βγήκαμε στην Αττική Οδό, άρχισε να μας ακολουθεί ένα ατελείωτο πλήθος αυτοκινήτων. Εκεί καταλάβαμε πραγματικά τι είχε γίνει στην Ελλάδα.

Τέλος, 22 χρόνια μετά, τι θέση κατέχει το Γιούρο 2004 στη ζωή σας, τόσο ως ποδοσφαιριστή όσο και ως άνθρωπο;

«Μετά την οικογένειά μου και τα παιδιά μου, είναι το σημαντικότερο γεγονός για μένα». 

Νικόλας Παναγόπουλος