Το προφίλ των δραστών που φέρονται να ευθύνονται για τις εμπρηστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη, σκιαγραφεί η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία,με τις έρευνες να πλησιάζουν στο κλείσιμο του κύκλου των υπόπτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ρεπορτάζ του MEGA, οι δράστες εκτιμάται ότι είναι άτομα ηλικίας περίπου 30 ετών, τα οποία ενδέχεται να αποτελούν και τους ηθικούς αυτουργούς των επιθέσεων. Από το βιντεοληπτικό υλικό των καμερών ασφαλείας φαίνεται πως προσέγγισαν πεζοί τα σημεία των δύο πρώτων επιθέσεων, γεγονός που αξιολογείται ιδιαίτερα από τις Αρχές.
Η Αστυνομία θεωρεί ότι η μοιραία έκρηξη στην πολυκατοικία όπου διαμένει η οικογένεια Νέστορα, προήλθε από καύσιμο οχήματος, κάτω από το οποίο είχε τοποθετηθεί ο εκρηκτικός μηχανισμός. Στα υπολείμματα των μηχανισμών και στα στίγματα κινητών τηλεφώνων αναζητείται το κρίσιμο λάθος που θα οδηγήσει στους δράστες. Ωστόσο, σύμφωνα με τον αστυνομικό συντάκτη των εφημερίδων «ΤΟ ΒΗΜΑ» και «ΤΑ ΝΕΑ», Βασίλη Λαμπρόπουλο, κάτι τέτοιο δεν φαντάζει εύκολο, εξαιτίας του νερού που έριξε η Πυροσβεστική για την κατάσβεση της πυρκαγιάς.
Παλαιότερες επιθέσεις στο μικροσκόπιο
Οι Αρχές εξετάζουν προηγούμενες εμπρηστικές επιθέσεις στην Θεσσαλονίκη, καθώς έχουν καταγραφεί περίπου 40 περιστατικά με γκαζάκια και αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς τα τελευταία χρόνια. Στο επίκεντρο θα μπουν επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν με παρόμοιο τρόπο και μεθοδολογία με αυτήν που οδήγησε στον θάνατο την μητέρα της δικηγόρου και πολιτεύτριας με τη ΝΔ, Αφροδίτης Νέστορα. Η σύγκριση των στοιχείων κρίνεται καθοριστική για την εξιχνίαση της υπόθεσης.
Όπως ανέφερε απόψε (4/7) στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του MEGA ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, η έρευνα της Αντιτρομοκρατικής επικεντρώνεται σε τρία έως τέσσερα άτομα, με βάση δεδομένα από προηγούμενες επιθέσεις. Παράλληλα, οι αστυνομικοί διερευνούν τον τρόπο διαφυγής των δραστών, κυρίως μετά την εμπρηστική επίθεση στην πολυκατοικία της οικογένειας Νέστορα και συγκεντρώνουν βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας μετά την επίθεση.
Προχωρούν επίσης σε ανάλυση των κλήσεων κινητών τηλεφώνων, εξετάζοντας αν τα ύποπτα πρόσωπα είχαν ενεργοποιήσει τις συσκευές τους εκείνη την ώρα. Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στα ευρήματα των εγκληματολογικών εργαστηρίων, που ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικά για την πορεία των ερευνών.