Η κυβέρνηση Μερτς προχωρά στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση της γερμανικής οικονομίας μετά την «Ατζέντα 2010», με στόχο την επαναφορά της ανταγωνιστικότητας, την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και τον περιορισμό της πολιτικής ανόδου της AfD. Η Γερμανία εισέρχεται σε μια από τις πιο φιλόδοξες περιόδους μεταρρυθμίσεων των τελευταίων δεκαετιών, καθώς η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς επιχειρεί να αλλάξει ριζικά το μοντέλο λειτουργίας της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Η συμμαχία Χριστιανοδημοκρατών (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) παρουσίασε πακέτο 34 μεταρρυθμίσεων που καλύπτουν σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομικής ζωής: από τη φορολογία και την αγορά εργασίας έως το ασφαλιστικό, τη δημόσια διοίκηση και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Ορισμένοι οικονομολόγοι το χαρακτηρίζουν ως τη σημαντικότερη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία μετά την ιστορική «Ατζέντα 2010» του Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Η συγκυρία και οι προκλήσεις

Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία. Η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις: μειωμένη βιομηχανική παραγωγή, υψηλό ενεργειακό κόστος, καθυστερήσεις στις επενδύσεις και γήρανση του πληθυσμού που επιβαρύνει το ασφαλιστικό και το σύστημα υγείας. Παράλληλα, η πολιτική πίεση αυξάνεται, καθώς η AfD ενισχύει τη θέση της αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια των πολιτών.

Ο Φρίντριχ Μερτς δηλώνει αποφασισμένος να απαντήσει στις προκλήσεις με ένα πρόγραμμα που συνδυάζει δημοσιονομική πειθαρχία, ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Όπως ανέφερε, «οι πολίτες ζητούν αποφάσεις και όχι εσωτερικές διαμάχες».

Φορολογικές αλλαγές και ελαφρύνσεις

Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου είναι οι ετήσιες φορολογικές ελαφρύνσεις ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ, οι οποίες θα εφαρμοστούν σταδιακά. Μια μέση εργαζόμενη οικογένεια αναμένεται να ωφεληθεί πάνω από 600 ευρώ ετησίως από το 2028.

Οι ελαφρύνσεις προκύπτουν μέσω αύξησης του αφορολόγητου, διεύρυνσης εκπτώσεων για επαγγελματικές δαπάνες και αναμόρφωσης των φορολογικών κλιμακίων, ώστε να περιοριστεί η λεγόμενη «κρυφή φορολογία» που μειώνει την αγοραστική δύναμη λόγω πληθωρισμού.

Παράλληλα, αυξάνεται η φορολογία στα υψηλά εισοδήματα: για ποσά άνω των 250.000 ευρώ ο συντελεστής ανεβαίνει στο 45%, ενώ για εισοδήματα άνω των 280.000 ευρώ φτάνει το 47%. Επιβαρύνονται επίσης τα «mini jobs», θέσεις εργασίας μικρής διάρκειας ή χαμηλού εισοδήματος.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έτσι θα στηρίξει τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα χωρίς υπερβολική πίεση στον προϋπολογισμό. Ωστόσο, αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν πως οι ελαφρύνσεις αποτελούν κυρίως αναπροσαρμογές λόγω πληθωρισμού.

Μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας

Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας στοχεύουν σε μεγαλύτερη ευελιξία. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου θα μπορούν να παρατείνονται έως τέσσερα χρόνια αντί για δύο, ενώ οι ανανεώσεις αυξάνονται από τρεις σε έξι μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Για τα υψηλόμισθα στελέχη προβλέπεται χαλάρωση των περιορισμών στις απολύσεις, ενώ εξετάζεται η αντικατάσταση του ημερήσιου ορίου εργασίας με εβδομαδιαίο, μέσω συλλογικών συμβάσεων, δίνοντας περισσότερη ευελιξία στις επιχειρήσεις.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί η αυστηροποίηση των κανόνων αναρρωτικής άδειας. Πλέον το ιατρικό πιστοποιητικό θα απαιτείται από την πρώτη ημέρα απουσίας, μέτρο που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, αποσκοπεί στον περιορισμό καταχρήσεων.

Επιπλέον, προωθούνται κίνητρα για εργασία τις Κυριακές και τις αργίες, ενώ το νέο σύστημα κοινωνικών επιδομάτων θα έχει αυστηρότερες προϋποθέσεις για όσους θεωρούνται ικανοί προς εργασία.

Μείωση γραφειοκρατίας και διοικητικών βαρών

Κομβικό σημείο του σχεδίου είναι η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, που θεωρείται βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη. Σε πολλές περιπτώσεις, η αδειοδότηση μεγάλων έργων διαρκεί πάνω από δέκα χρόνια, ωθώντας επιχειρήσεις να στραφούν σε άλλες χώρες.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει την κατάργηση πολλών υποχρεωτικών διοικητικών αναφορών, εκτός αν αποδειχθούν απολύτως αναγκαίες. Παράλληλα, μειώνονται οι υποχρεώσεις για υπεύθυνους προστασίας προσωπικών δεδομένων και αξιοποιείται η ευελιξία του ευρωπαϊκού πλαισίου για περιορισμό του διοικητικού κόστους χωρίς να θίγεται η ιδιωτικότητα.

Στόχος είναι να τερματιστεί η λεγόμενη «υπερρύθμιση», δηλαδή η πρακτική εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών με αυστηρότερους κανόνες από ό,τι απαιτεί η ΕΕ.

Ασφαλιστικό και κοινωνικό κράτος

Οι αλλαγές συμπληρώνουν τη μεγάλη ασφαλιστική μεταρρύθμιση που προβλέπει σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη και δημιουργία κεφαλαιοποιητικού ταμείου για τη χρηματοδότηση των μελλοντικών συντάξεων. Παράλληλα, αναζητούνται λύσεις για τη βιωσιμότητα του δημόσιου συστήματος υγείας, του οποίου το έλλειμμα εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 40 δισ. ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας.

Αντιδράσεις και προοπτικές

Οι πρώτες αντιδράσεις των οικονομικών αναλυτών είναι θετικές, αν και συνοδεύονται από επιφυλάξεις. Πολλοί θεωρούν πως η Γερμανία εγκαταλείπει τη μακρά περίοδο αδράνειας και περνά σε φάση ουσιαστικών παρεμβάσεων. Άλλοι επισημαίνουν ότι οι φοροελαφρύνσεις είναι περιορισμένες και ότι λείπουν πιο αποφασιστικά μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους.

Ακόμη και οι πιο επιφυλακτικοί αναγνωρίζουν ότι η κυβέρνηση Μερτς επιχειρεί να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα: το δημογραφικό, τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη γραφειοκρατία, τις πιέσεις στο κοινωνικό κράτος και την απώλεια οικονομικής δυναμικής.

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το Βερολίνο δείχνει να εγκαταλείπει τη λογική της διαχείρισης της καθημερινότητας και να επιδιώκει μια συνολική αναδιάρθρωση του οικονομικού μοντέλου. Το αν οι μεταρρυθμίσεις θα επαναφέρουν τη Γερμανία στον ρόλο της ατμομηχανής της ευρωπαϊκής οικονομίας θα φανεί τα επόμενα χρόνια. Προς το παρόν, η χώρα εισέρχεται σε μια νέα εποχή όπου η ανταγωνιστικότητα, η δημοσιονομική βιωσιμότητα και η αποτελεσματικότητα του κράτους βρίσκονται στο επίκεντρο.