Μία από τις πιο δύσκολες και πολιτικά φορτισμένες διαπραγματεύσεις των τελευταίων ετών αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι χώρες του Βορρά και οι χώρες του Νότου συγκρούονται ανοιχτά για το μέλλον του νέου πολυετούς κοινοτικού προϋπολογισμού της περιόδου 2028-2034.

Στη συνεδρίαση των υπουργών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στις Βρυξέλλες αποτυπώθηκε ξεκάθαρα το βαθύ ρήγμα που χωρίζει πλέον τα κράτη-μέλη γύρω από τρία κρίσιμα ζητήματα: το ύψος του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, τη χρηματοδότηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της Πολιτικής Συνοχής, αλλά και το ενδεχόμενο νέου κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενες «φειδωλές» χώρες του Βορρά — με βασικούς εκφραστές την Γερμανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, την Φινλανδία, την Σουηδία και την Δανία— οι οποίες ζητούν περιορισμό δαπανών, περικοπές στα παραδοσιακά ευρωπαϊκά προγράμματα και αυστηρό έλεγχο των κοινοτικών οικονομικών.

Από την άλλη, μια συμμαχία 16 κρατών που αυτοαποκαλείται «Φίλοι της Συνοχής», στην οποία συμμετέχουν η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Πολωνία αλλά και πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, αντιδρά έντονα στις προτάσεις περικοπών, προειδοποιώντας ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις ανισότητες στο εσωτερικό της.

Η σύγκρουση αφορά τεράστια ποσά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο ύψους περίπου 1,79 τρισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο όμως οι χώρες του Βορρά θεωρούν υπερβολικά υψηλό. Η Ολλανδία ζητά «σημαντικές περικοπές», ενώ η Φινλανδία και η Σουηδία απορρίπτουν κατηγορηματικά οποιαδήποτε συνέχιση κοινών ευρωπαϊκών εκδόσεων χρέους, παρόμοιων με εκείνων που χρησιμοποιήθηκαν για το Ταμείο Ανάκαμψης μετά την πανδημία.

Η γερμανική κυβέρνηση εμφανίζεται επίσης ιδιαίτερα επιφυλακτική, εκτιμώντας ότι η πρόταση της Κομισιόν θα οδηγούσε σε δυσανάλογη αύξηση της γερμανικής συνεισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Το Βερολίνο απορρίπτει ακόμη και την ιδέα αναβολής αποπληρωμής του ήδη υπάρχοντος κοινού χρέους, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται νομικά.

Στον αντίποδα, οι χώρες του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης προειδοποιούν ότι οι περικοπές στην Πολιτική Συνοχής και στην Κοινή Αγροτική Πολιτική θα πλήξουν σοβαρά την ανάπτυξη, την περιφερειακή σύγκλιση και τη στήριξη των αγροτικών οικονομιών.

Η Ισπανία υποστήριξε ότι η Συνοχή και η Ανταγωνιστικότητα «είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος», επιχειρώντας να απαντήσει στο επιχείρημα του Βορρά ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει πλέον να κατευθυνθούν περισσότερο στην τεχνολογία, την άμυνα, την πράσινη μετάβαση και τις στρατηγικές επενδύσεις.

Ανάλογη στάση κράτησε και η Ιταλία, ζητώντας ισχυρή χρηματοδότηση για τα περιφερειακά προγράμματα, ενώ η Πορτογαλία τόνισε ότι η Πολιτική Συνοχής «δεν αποτελεί προτεραιότητα του παρελθόντος αλλά του μέλλοντος». Η Σλοβακία μάλιστα υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να εξετάζει την ενίσχυση — και όχι την αποδυνάμωση — αυτών των πολιτικών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση της Γαλλία. Αν και το Παρίσι δεν συμμετέχει επίσημα στους «Φίλους της Συνοχής», εμφανίζεται πιο κοντά στις χώρες που ζητούν νέο ευρωπαϊκό επενδυτικό εργαλείο μέσω κοινού δανεισμού, ειδικά για χρηματοδότηση τομέων στρατηγικής σημασίας όπως η τεχνολογία, η καινοτομία, η βιομηχανία και η άμυνα.

Η συζήτηση αποκτά πλέον σαφώς γεωπολιτικό χαρακτήρα. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ενεργειακή μετάβαση, βιομηχανικό ανταγωνισμό, αλλά και τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.

Όλα αυτά απαιτούν τεράστιους οικονομικούς πόρους, την ώρα που οι παραδοσιακές πολιτικές της ΕΕ — αγροτικές επιδοτήσεις και περιφερειακά ταμεία — συνεχίζουν να απορροφούν μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού.

Οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται κρίσιμες. Στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα συζητήσουν πλέον με συγκεκριμένα νούμερα στο τραπέζι, σε μία διαπραγμάτευση που πολλοί θεωρούν ότι θα εξελιχθεί σε μία από τις πιο σκληρές εσωτερικές συγκρούσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία χρόνια.

Γιατί πίσω από τους αριθμούς κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: τι είδους Ευρώπη θέλουν τελικά τα κράτη-μέλη για την επόμενη δεκαετία…