Με τις απολογίες των τριών κατηγορούμενων αστυνομικών συνεχίστηκε σήμερα η πολύκροτη δίκη για την εγκληματική οργάνωση που φέρεται να διακινούσε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική προς την Ευρώπη και μέλη της χρησιμοποιούσαν τα κρυπτογραφημένα τηλέφωνα Sky ECC για να επικοινωνούν.

Τα τρία πρώην στελέχη της ΕΛΑΣ – δύο πρώην αξιωματικοί της Δίωξης Ναρκωτικών και ένας του Εσωτερικών Υποθέσεων, οι οποίοι αρνούνται τις κατηγορίες – υποστήριξαν ότι στοχοποιήθηκαν από άλλους αξιωματικούς, στο πλαίσιο του «παιχνιδιού» ανέλιξης και αντεκδίκησης στις τάξεις της Αστυνομίας.

Πρώτος κλήθηκε να απολογηθεί ο πρώην υψηλόβαθμος αξιωματικός της Δίωξης Ναρκωτικών, ο οποίος κατηγορείται ότι, χρησιμοποιώντας τα κρυπτοτηλέφωνα Sky ECC ήταν σε επικοινωνία με ποινικούς, παρέχοντάς τους χρήσιμες πληροφορίες.

Ο ίδιος υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου ότι οι επικοινωνίες, τις οποίες παραδέχεται, ήταν εν γνώσει της υπηρεσίας του και γίνονταν στην προσπάθειά του να αποσπάσει ο ίδιος πληροφορίες από τους ποινικούς. Ανέφερε μάλιστα ότι ο βασικός κατηγορούμενος από τη μεριά των ποινικών – είναι έγκλειστος στις φυλακές – είχε δείξει διάθεση να «είναι σε επικοινωνία» με τη Δίωξη, μετά τη σύλληψή του το 2020 για εισαγωγή μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης στη χώρα.

Το υψηλόβαθμο στέλεχος της Δίωξης Ναρκωτικών, που περιγράφεται ως ένας από τους πιο ικανούς και ταλαντούχους αξιωματικούς της υπηρεσίας, σημείωσε ότι είχε λάβει σαφείς εντολές από τους ανωτέρους του να προσεγγίσει τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Παραδέχτηκε ωστόσο ότι δεν ήταν σε γνώση της υπηρεσίας του ότι συνομιλούσε μαζί του συγκεκριμένα με τα Sky ECC. Όπως τόνισε, η επικοινωνία με τον έγκλειστο στις φυλακές διήρκησε από το 2020 μέχρι το 2024. Σε αυτό το διάστημα, οι συνομιλίες με τα κρυπτοτηλέφωνα γινόταν για έξι μήνες. Το υπόλοιπο διάστημα, χρησιμοποιούσαν την εφαρμογή Signal.

Σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν από την έδρα αναφορικά με συγκεκριμένες συνομιλίες στις οποίες φέρεται να δίνει αυτός πληροφορίες στους φερόμενους ως εμπλεκόμενους στο κύκλωμα ναρκωτικών, υποστήριξε ότι γινόταν στο πλαίσιο συγκεκριμένης τακτικής που χρησιμοποιούσε για να τους ασκήσει πίεση ή να τους τρομάξει, προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες από αυτούς και γι’ αυτόν τον λόγο μάλιστα αναφερόταν σε «φανταστικά πρόσωπα». Όσον αφορά τις κατηγορίες που τον θέλουν να χρηματιζόταν, ανέφερε ότι ποτέ δεν ζήτησε κάτι άλλο πέρα από πληροφορίες και στοιχεία για υποθέσεις ναρκωτικών.

Αναφορικά με το «τι πήγε στραβά» και βρέθηκε τελικά να κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, είπε ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίοι ήθελαν να τον εκδικηθούν και να τον διαβάλουν. Μίλησε μάλιστα συγκεκριμένα για έναν αξιωματικό που υπηρετούσε στη Δίωξη Ναρκωτικών και έπειτα πήγε στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, για τον οποίο είπε ότι του την «έστησε». «Στην Αστυνομία όλα γίνονται για τη θέση», ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ σε άλλο σημείο επεσήμανε πως «Με εκπλήσσει το ότι είμαι σήμερα εδώ και δεν βάζει πλάτη η Υπηρεσία (σ.σ. Δίωξης Ναρκωτικών)».

Επίσης υπογράμμισε ότι το Εσωτερικών Υποθέσεων – που ερεύνησε τη συγκεκριμένη υπόθεση – δεν γνωρίζει πώς δουλεύει η Δίωξη Ναρκωτικών με τους πληροφοριοδότες της. «Έπρεπε να γίνω ένα με αυτούς τους ανθρώπους», είπε και καταλόγισε «κακοήθεια» του Εσωτερικών Υποθέσεων απέναντι στο πρόσωπό του.

«Ο Σ. από το Μαρούσι»

Ο δεύτερος κατηγορούμενος αστυνομικός υπηρετούσε το επίμαχο διάστημα στη Δίωξη Ναρκωτικών Βορειοανατολικής Αττικής. Αυτός δεν χρησιμοποιούσε τα τηλέφωνα Sky ECC. Η εμπλοκή του στη δικογραφία προκύπτει από συνομιλίες τρίτων για κάποιον «Σ. (σ.σ. το αρχικό του μικρού του ονόματος) από το Μαρούσι».

Ο κατηγορούμενος ανέφερε στην απολογία του ότι μπήκε στο στόχαστρο κάποιων κύκλων στο εσωτερικό της ΕΛΑΣ όταν το καλοκαίρι του 2022 έφυγε από τη Δίωξη Ναρκωτικών και μετακινήθηκε στην (τότε) Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στην Ασφάλεια Αττικής – αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως το «Ελληνικό FBI». «Πήρα μαζί μου όλη μου την ομάδα. Αυτό δεν άρεσε σε κάποιους και με έβαλαν στο μάτι», υποστήριξε.

Μάλιστα, η Πρόεδρος του δικαστηρίου κάλεσε έναν από τους κατηγορούμενους ποινικούς – ο οποίος στις συνομιλίες εμφανίζεται να μιλάει για τον Σ. – να τον αναγνωρίσει. Ο έτερος κατηγορούμενος σημείωσε ότι ο Σ. στον οποίο αναφέρεται ως συνεργάτη του φερόμενου δικτύου και ο κατηγορούμενος αστυνομικός είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα και πως δεν γνωρίζει τον συγκατηγορούμενό του πρώην αξιωματικό της Δίωξης.

«Υπάρχουν κόντρες στην Αστυνομία»

Τελευταίος απολογήθηκε ο πρώην αστυνομικός του Εσωτερικών Υποθέσεων. Αυτός κατηγορείται ότι «έθαψε» ένα αρχικό πακέτο δεδομένων που έστειλε η Europol στις ελληνικές Αρχές και που μπορούσε να οδηγήσει στην ταυτοποίηση του πρώην υψηλόβαθμου στελέχους της Δίωξης Ναρκωτικών – του πρώτου κατηγορούμενου που απολογήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι όλες του οι ενέργειες γινόταν κατόπιν συνεννόησης με τον Διοικητή του και πως ερεύνησε διεξοδικά τα στοιχεία που είχε στα χέρια του, ωστόσο δεν μπόρεσε με βάση αυτά να ταυτοποιήσει τον αστυνομικό. Οι ενέργειές του μπόρεσαν ωστόσο να ταυτοποιήσουν έναν από τους ποινικούς που κατηγορούνται για την υπόθεση, για τον οποίο όμως δήλωσε ότι «δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω (σ.σ. πέρα από την ταυτοποίηση)».

Τέλος σημείωσε ότι στην αναφορά του έγραψε ότι δεν προέκυπτε κάποια ποινική εμπλοκή σε εκείνο το στάδιο της έρευνας, αλλά ότι θα μπορούσε να προκύψει στο μέλλον, ενώ επεσήμανε ότι στοχοποιήθηκε επειδή θεωρήθηκε πως βρίσκεται κοντά με συγκεκριμένους αξιωματικούς. «Υπάρχουν κόντρες μέσα στην Αστυνομία», παραδέχτηκε, απολογούμενος. Η πλευρά του θεωρεί ότι οι ενέργειές του δεν έβαλαν οριστικό «τέλος» στην έρευνα, καθώς στη συνέχεια η Europol έστειλε και άλλα στοιχεία για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η δίκη συνεχίζεται αύριο με τις απολογίες των υπόλοιπων κατηγορουμένων.