Μια κοινή χημική ουσία καθαρισμού, η τριχλωροαιθυλένη (TCE), έχει διεισδύσει αθόρυβα στο υπόγειο νερό, στον αέρα και σε καθημερινά προϊόντα, προκαλώντας ανησυχία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της στην ανθρώπινη υγεία.
Κίνδυνοι για την υγεία και αόρατη έκθεση
Οι κίνδυνοι για την υγεία από την TCE είναι καλά τεκμηριωμένοι. Πρόκειται για γνωστό καρκινογόνο, συνδεδεμένο με αποβολές, συγγενείς καρδιοπάθειες και πενταπλάσιο αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Πάρκινσον. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η έκθεση μπορεί να συμβεί χωρίς να γίνει αντιληπτή.
Η TCE δεν παραμένει σταθερή στο περιβάλλον. Διεισδύει στο έδαφος και στο υπόγειο νερό, σχηματίζοντας υπόγειες «πλάκες» ρύπανσης που μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις. Στο Long Island, μια τέτοια πλάκα εκτείνεται σε μήκος άνω των τεσσάρων μιλίων και πλάτος δύο, μολύνοντας υδροφόρους ορίζοντες πόσιμου νερού.
Η ουσία μπορεί επίσης να εξατμιστεί και να εισχωρήσει σε κτίρια μέσω του φαινομένου της διείσδυσης ατμών. Έτσι, άνθρωποι μπορεί να την εισπνέουν απλώς ζώντας ή εργαζόμενοι πάνω από μολυσμένα υπόγεια στρώματα. Παρά τον κίνδυνο, οι έλεγχοι για TCE δεν είναι συστηματικοί, σε αντίθεση με τους ελέγχους ραδονίου που αποτελούν πλέον στάνταρ πρακτική σε πολλές κατοικίες.
Σύνδεση με τη νόσο Πάρκινσον
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Parkinson’s Disease, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Rochester και άλλους φορείς υποστηρίζουν ότι η TCE μπορεί να αποτελεί έναν παραγνωρισμένο παράγοντα πίσω από την παγκόσμια αύξηση των περιστατικών Πάρκινσον.
Πειραματικές έρευνες δείχνουν ότι η TCE μπορεί να εισέλθει στον εγκέφαλο και να προκαλέσει βλάβες στα μιτοχόνδρια τις δομές που παράγουν ενέργεια στα κύτταρα επηρεάζοντας ιδιαίτερα τους νευρώνες που παράγουν ντοπαμίνη. Η απώλεια αυτών των κυττάρων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της νόσου Πάρκινσον.
Παράλληλα, η ουσία φαίνεται να ενεργοποιεί βιολογικές οδούς, όπως η δραστηριότητα της κινάσης LRRK2, που συνδέονται με τη νόσο, υποδεικνύοντας αλληλεπίδραση περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων κινδύνου.
Επιδημιολογικά δεδομένα ενισχύουν αυτές τις ενδείξεις. Άτομα που εκτέθηκαν στην TCE λόγω εργασίας ή χόμπι αντιμετωπίζουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Πάρκινσον.
Στο Camp Lejeune, για παράδειγμα, οι στρατιωτικοί που ήρθαν σε επαφή με μολυσμένο νερό έχουν περίπου 70% υψηλότερο κίνδυνο.
Ωστόσο, οι περισσότερες εκθέσεις δεν είναι επαγγελματικές. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να εκτίθενται στην ουσία εν αγνοία τους, μέσω του αέρα, του νερού και των εσωτερικών χώρων.
Ρύπανση σε απρόσμενα περιβάλλοντα
Πρόσθετα στοιχεία προέρχονται από μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Movement Disorders και εξέτασε δικηγόρους που εργάζονταν κοντά σε μολυσμένο καθαριστήριο στο Rochester της Νέας Υόρκης.
Το καθαριστήριο, που λειτουργούσε από το 1950 έως το 1994, απελευθέρωνε TCE και PCE στο έδαφος και στο υπόγειο νερό. Σε απόσταση μόλις 91 μέτρων βρισκόταν ένα 18ώροφο κτίριο γραφείων, όπου οι δικηγόροι εργάζονταν, με τα υπόγεια ύδατα να ρέουν προς το γκαράζ του κτιρίου.
Σχεδόν ένας στους πέντε (19%) είχε καρκίνους που σχετίζονται με έκθεση σε TCE, όπως καρκίνο του προστάτη, των νεφρών, πολλαπλό μυέλωμα και μη-Hodgkin λέμφωμα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ακόμη και επαγγελματίες γραφείου μπορεί να εκτεθούν απλώς λόγω της τοποθεσίας εργασίας τους.
Ανάγκη για δράση και επιτήρηση
Οι συγγραφείς της μελέτης προτείνουν σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση της απειλής δημόσιας υγείας από την TCE. Υπογραμμίζουν ότι οι μολυσμένες περιοχές μπορούν να αποκατασταθούν και ότι η έκθεση σε εσωτερικούς χώρους μπορεί να μειωθεί με συστήματα απορρόφησης ατμών, παρόμοια με εκείνα που χρησιμοποιούνται για το ραδόνιο.
Ωστόσο, με χιλιάδες μολυσμένες τοποθεσίες να παραμένουν στις ΗΠΑ, ζητούν επιτάχυνση των προσπαθειών καθαρισμού και περιορισμού. Παράλληλα, καλούν για εντατικότερη έρευνα σχετικά με τη συμβολή της TCE στη νόσο Πάρκινσον και άλλες ασθένειες, καθώς και για αυστηρότερη παρακολούθηση της ουσίας σε νερό, έδαφος και αέρα.
Τον Δεκέμβριο του 2024, η EPA ενέκρινε κανονισμό που απαγορεύει όλες τις χρήσεις της TCE, με τα περισσότερα εμπορικά και καταναλωτικά προϊόντα να προβλέπεται να αποσυρθούν εντός ενός έτους. Ωστόσο, η εφαρμογή της απόφασης έχει καθυστερήσει λόγω δικαστικών και διοικητικών εμποδίων, ενώ ορισμένες κρίσιμες χρήσεις που σχετίζονται με υποδομές και εθνική ασφάλεια έχουν λάβει μεγαλύτερα περιθώρια συμμόρφωσης.
Πηγή: SciTechDaily