Τις τελευταίες μέρες ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντονάλτ Τραμπ εντείνει τις επικρίσεις του του σε βάρος του NATO. Ενδεικτικός ο χαρακτηρισμός του οργανισμού ως «χάρτινη τίγρη» μέσω Truth Social. Συχνά πυκνά κατακεραυνώνει τους «δειλούς» ηγέτες των κρατών μελών του, διαμηνύοντας πως οι ΗΠΑ «θα θυμούνται» πώς τις αντιμετώπισαν.

Τον χαρακτηρισμό του οργανισμού σαν «χάρτινο τίγρη» επανέλαβε και στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Telegraph: «Ποτέ δεν με έπεισε το ΝΑΤΟ. Πάντα ήξερα ότι ήταν χάρτινος τίγρης, και το ξέρει και ο Πούτιν, παρεμπιπτόντως. [Το ΝΑΤΟ] έχει αλλάξει, δεν αναγνωρίζεται πλέον», ανέφερε, συμπληρώνοντας σε άλλο σημείο της συνέντευξης: «οι ΗΠΑ έχουν σταθεί στο πλευρό χωρών που χρειάζονταν τη στήριξή τους, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, παρόλο που «δεν ήταν δικό μας πρόβλημα».

Έτσι έρχεται η απειλή της αποχώρησης από το ΝΑΤΟ. H απειλή όμως έχει παρελθόν! Το 2018, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει άλλη μια φορά ότι μπορεί να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Παραπονέθηκε και τότε ότι άλλα μέλη της συμμαχίας δεν συνεισέφεραν το δίκαιο μερίδιό τους στις αμυντικές δαπάνες, γεγονός που άφησε τους Αμερικανούς φορολογούμενους να πληρώσουν τον λογαριασμό.

Μπορεί ο Τραμπ να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ;

Το πρώτο εμπόδιο που θα βρει μπροστά του ο Ντόναλτ Τραμπ σε μια τέτοια κίνηση θα είναι το Κονγκρέσο ενώ όλη η δικαστική εξουσία θα μπει σε αχαρτογράφητα νομικά νερά.

Όταν το 2018 ο Ντόναλτ Τραμπ είχε θέσει το θέμα της αποχώρησης, το Κονγκρέσο σκέφτηκε διαφορετικά. Πρόσθεσε μια ειδική διάταξη στον Νόμο περί Εθνικής Άμυνας του 2020, η οποία ορίζει τη χρηματοδότηση για τον αμερικανικό στρατό. Το άρθρο 1250Α ορίζει ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί να αποσύρει μονομερώς την Αμερική από το ΝΑΤΟ χωρίς πράξη του Κογκρέσου ή εκτός εάν συμφωνήσουν τα δύο τρίτα της Γερουσίας.

Η ενδεχόμενη αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών λοιπόν από το ΝΑΤΟ, όπως έχει αναφέρει και ο Michael Peck αρθρογράφος για θέματα άμυνας στο Business Insider και στο Forbes, εμπίπτει σε μια νομική γκρίζα ζώνη που πιθανότατα θα διευθετηθεί στο δικαστήριο. Το πρόβλημα είναι ότι ενώ το Σύνταγμα ορίζει ότι ο πρόεδρος έχει την

εξουσία να διαπραγματεύεται συνθήκες, δεν αναφέρει εάν έχει την εξουσία να τις παραβιάζει.

Σύμφωνα με έκθεση της Karen Sokol, δικηγόρος για την Υπηρεσία Έρευνας του Κογκρέσου, «παρόλο που το Κογκρέσο έχει σε κάποιο βαθμό ρυθμίσει την αποχώρηση του Προέδρου από μια συνθήκη στο παρελθόν, το Άρθρο 1250Α είναι το πρώτο νομοθέτημα στο οποίο το Κογκρέσο απαγόρευσε τη μονομερή αποχώρηση του Προέδρου από μια συνθήκη».

Τα περισσότερα θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας τα χειρίζεται η εκτελεστική εξουσία στις ΗΠΑ. Τέτοια θέματα είναι και οι διαπραγματεύσεις συνθηκών. Το Κογκρέσο ασκεί σημαντική επιρροή μέσω των αμυντικών προϋπολογισμών, της επικύρωσης συνθηκών και της έγκρισης πωλήσεων όπλων. Οι εξουσίες μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας οριοθετούνται αρκετά σαφώς ώστε το σύστημα να λειτουργεί.

Στην διαφωνία της εκτελεστικής με την νομοθετική εξουσία παρεμβαίνουν τα δικαστήρια. Ωστόσο, από τα ζητήματα που καταλήγουν στα αμερικανικά δικαστήρια, η εξωτερική πολιτική είναι ο τομέας που οι δικαστές διστάζουν περισσότερο να θίξουν. Στην περίπτωση της αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, τα δικαστήρια θα αναζητήσουν νομικά προηγούμενα σε έναν τομέα όμως που δεν έχει και πολλά δεδικασμένα.

Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η προσπάθεια απόσυρσης της κυβέρνησης Κάρτερ από μια συνθήκη αμοιβαίας άμυνας με την Ταϊβάν. Ο Λευκός Οίκος είχε υποστηρίξει ότι μπορεί να αποσυρθεί από τις εκάστοτε συνθήκες εφόσον δεν διαφωνεί το Κογκρέσο, όπως όταν η κυβέρνηση Κάρτερ αποσύρθηκε από τη συνθήκη αμοιβαίας άμυνας με την Ταϊβάν. Τότε προσέφυγαν όμως στη δικαιοσύνη ο γερουσιαστής Μπάρι Γκόλντγουοτερ και άλλα μέλη του Κογκρέσου.

«Τελικά, το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να παρέμβει στη διαφορά», σημείωσε ο Σόκολ. «Με την πλειονότητα των δικαστών να συμφωνούν στην απόφαση απόρριψης της καταγγελίας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση παρουσίαζε ένα πολιτικό ζήτημα που αντιμετωπίστηκε σωστά από τους πολιτικούς κλάδους και όχι από τη δικαστική εξουσία – μια απόφαση που δεν είναι ασυνήθιστη σε περιπτώσεις που αφορούν διαφορές διάκρισης εξουσιών σε τομείς εξωτερικής πολιτικής».

«Τα δικαστήρια αξιολογούν τις προεδρικές αξιώσεις εξουσίας με βάση αυτά που το Κογκρέσο έχει, ή δεν έχει πει, για ένα θέμα», εξηγεί η Karen Sokol. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, της αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, το Κογκρέσο έχει εκφράσει την πρόθεσή του να παραμείνουν οι ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, περνώντας το Άρθρο 1250A.

Η ειδικός πιστεύει επίσης ότι τα δικαστήρια ενδέχεται να απορρίψουν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης Trump ότι μόνο η εκτελεστική εξουσία μπορεί να αποφασίσει την απόσυρση από συνθήκες. «Ένα δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι ο ισχυρισμός ενός Προέδρου περί αποκλειστικής συνταγματικής εξουσίας να αποσυρθεί από μια συνθήκη δεν είναι πειστικός, δεδομένου ότι το Σύνταγμα δεν αναφέρει τις εξουσίες αποχώρησης από συνθήκες και ότι το Άρθρο II καθιστά την είσοδο σε συνθήκες, μια εξουσία που μοιράζεται ο Πρόεδρος και η Γερουσία».

Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα εάν ο  Τραμπ έχει την εξουσία να αποσυρθεί από το ΝΑΤΟ σημαίνει ότι θα μπούμε σε μεγάλο βαθμό σε αχαρτογράφητα νομικά νερά.

Αξίζει να σημειώσουμε βέβαια ότι ο Τραμπ μπορεί να κάνει «ζημιά» και χωρίς την επίσημη απόσυρση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Για παράδειγμα, μια άσκηση που διεξήχθη από Βρετανούς εμπειρογνώμονες το 2024 διαπίστωσε ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να σαμποτάρει τη συμμαχία απλώς διατάσσοντας την Αμερική να κάνει λιγότερα. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ελαχιστοποίηση της συμμετοχής των ΗΠΑ σε ασκήσεις του ΝΑΤΟ ή τον περιορισμό των Αμερικανών αξιωματικών που υπηρετούν ως διοικητές του ΝΑΤΟ.