Η κλιματική κρίση επιταχύνει τη θέρμανση της Ανταρκτικής, προκαλώντας ανησυχία για τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες. Νέα επιστημονική μελέτη παρουσιάζει τα καλύτερα και τα χειρότερα σενάρια για το μέλλον της περιοχής, αναδεικνύοντας τόσο το μέγεθος του κινδύνου όσο και το περιθώριο δράσης που υπάρχει ακόμη.
«Η Ανταρκτική Χερσόνησος είναι ένα ξεχωριστό μέρος», δήλωσε η καθηγήτρια Bethan Davies του Πανεπιστημίου Newcastle, κύρια συγγραφέας της έρευνας που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Environmental Science και εθνική υποψήφια του Ηνωμένου Βασιλείου για το βραβείο Frontiers Planet Prize 2026.
«Το μέλλον του εξαρτάται από τις επιλογές που κάνουμε σήμερα. Σε ένα μέλλον με χαμηλές εκπομπές, μπορούμε να αποφύγουμε τις πιο σημαντικές και επιζήμιες επιπτώσεις. Ωστόσο, σε ένα σενάριο με υψηλότερες εκπομπές, διακινδυνεύουμε την απώλεια του θαλάσσιου πάγου, των παγοκρηπίδων, των παγετώνων και εμβληματικών ειδών όπως οι πιγκουίνοι», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για άμεση δράση.
«Αν και η Ανταρκτική βρίσκεται μακριά, οι αλλαγές που συμβαίνουν εκεί επηρεάζουν ολόκληρο τον πλανήτη, μέσω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, των ωκεάνιων και ατμοσφαιρικών ρευμάτων και της αλλαγής της παγκόσμιας κυκλοφορίας. Οι αλλαγές στην Ανταρκτική δεν μένουν ποτέ περιορισμένες στην Ανταρκτική.», τόνισε η ίδια, επισημαίνοντας τη διεθνή σημασία των μεταβολών στην ήπειρο.
Αγώνας με τον χρόνο
Η έρευνα επικεντρώθηκε στη Χερσόνησο της Ανταρκτικής, μια περιοχή που αποτελεί κέντρο επιστημονικής δραστηριότητας, τουρισμού και αλιείας, αλλά και μία από τις πιο ευάλωτες στο φαινόμενο της ανθρώπινης επίδρασης.
«Η πρώτη μου περίοδος στην Ανταρκτική ήταν ως “χειμερινός” στο σταθμό Signy στις Νότιες Ορκάδες, από τον Νοέμβριο του 1989 έως τον Απρίλιο του 1991», αφηγείται ο καθηγητής Peter Convey του British Antarctic Survey, συν-συγγραφέας της μελέτης. «Για έναν περιστασιακό επισκέπτη, η πρώτη εντύπωση είναι φυσικά ότι η περιοχή κυριαρχείται από τον πάγο. Όμως, για όσους έχουμε την τύχη να επιστρέφουμε πολλές φορές, οι αλλαγές με την πάροδο του χρόνου είναι απόλυτα εμφανείς.».
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σενάρια εκπομπών για να προβλέψουν τις μελλοντικές εξελίξεις: χαμηλές εκπομπές (άνοδος θερμοκρασίας κατά 1,8°C έως το 2100), μεσαίες-υψηλές (3,6°C) και πολύ υψηλές (4,4°C).
Εξέτασαν οκτώ διαφορετικούς τομείς του περιβάλλοντος της Χερσονήσου που επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή, όπως τα θαλάσσια και χερσαία οικοσυστήματα, τους πάγους ξηράς και θάλασσας, τα παγοράφια, τον Νότιο Ωκεανό, την ατμόσφαιρα και τα ακραία φαινόμενα.
«Το 2019 δείξαμε πώς θα επηρεαστεί η Ανταρκτική Χερσόνησος από την κλιματική αλλαγή κατά 1,5 °C», αναφέρει ο καθηγητής Martin Siegert του Πανεπιστημίου του Exeter, συγγραφέας της μελέτης. «Τώρα, το 2026, παρουσιάζουμε το πώς θα είναι η Ανταρκτική Χερσόνησος αν η θερμοκρασία υπερβεί τα 1,5 °C — ένα σενάριο που προμηνύει σοβαρές και τρομακτικές συνέπειες».
Υψηλό διακύβευμα
Στα σενάρια υψηλών εκπομπών, ο Νότιος Ωκεανός θερμαίνεται ταχύτερα, με αποτέλεσμα τα θερμότερα ύδατα να διαβρώνουν τους πάγους και να αυξάνουν τη στάθμη της θάλασσας. Όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα κατάρρευσης των παγοραφιών.
Στο πιο ακραίο σενάριο, η κάλυψη θαλάσσιου πάγου θα μπορούσε να μειωθεί έως και 20%, απειλώντας είδη όπως το κριλ, βασική τροφή για φάλαινες και πιγκουίνους, και ενισχύοντας περαιτέρω τη θέρμανση των ωκεανών. Η εξέλιξη αυτή θα επιβάρυνε σοβαρά τα οικοσυστήματα και θα συνέβαλλε στην αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων.
Αν και είναι δύσκολο να προβλεφθεί πώς θα αλληλεπιδράσουν αυτές οι μεταβολές, οι ερευνητές εκτιμούν ότι υπό πολύ υψηλές εκπομπές πολλά είδη θα μετακινηθούν νοτιότερα για να αποφύγουν τη ζέστη. Οι θερμόαιμοι θηρευτές ίσως αντέξουν, αλλά αν η λεία τους δεν προσαρμοστεί, κινδυνεύουν με εξαφάνιση.
Ένας αβέβαιος κόσμος
Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής δεν αφήνουν αλώβητους ούτε τους ίδιους τους ερευνητές. Οι ζημιές στις υποδομές δυσχεραίνουν τη συλλογή δεδομένων, καθιστώντας πιο επικίνδυνη την έρευνα και λιγότερο ακριβή την πρόβλεψη των μελλοντικών εξελίξεων. Παρότι τα αριθμητικά μοντέλα απλουστεύουν την πραγματικότητα, η ακρίβειά τους εξαρτάται από την ποσότητα των διαθέσιμων δεδομένων.
«Προς το παρόν, βρισκόμαστε σε τροχιά για ένα μέλλον με μεσαίες έως μεσαίες-υψηλές εκπομπές», εξήγησε η Davies, προειδοποιώντας ότι απαιτείται άμεση δράση για να αποφευχθούν τα δυσμενέστερα σενάρια.
«Ένα σενάριο χαμηλότερων εκπομπών σημαίνει ότι, αν και η τρέχουσα τάση απώλειας πάγου και των ακραίων φαινομένων θα συνεχιστεί, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ πιο ήπιες σε σύγκριση με ένα σενάριο υψηλών εκπομπών. Ο χειμερινός θαλάσσιος πάγος θα μειωνόταν μόνο ελαφρώς σε σχέση με σήμερα, η συνεισφορά της χερσονήσου στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας θα περιοριζόταν σε λίγα μόλις χιλιοστά, οι περισσότεροι παγετώνες θα παρέμεναν αναγνωρίσιμοι και οι υποστηρικτικές παγοκρηπίδες θα διατηρούνταν.»», σημείωσε.
«Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο στο σενάριο των υψηλών εκπομπών είναι το πόσο μόνιμες θα είναι οι αλλαγές. Σε ανθρώπινη κλίμακα, θα είναι ουσιαστικά μη αναστρέψιμες. Οι παγετώνες θα δυσκολευτούν να αναγεννηθούν και η άγρια ζωή που κάνει την Ανταρκτική μοναδική δεν θα επανέλθει. Αν δεν δράσουμε τώρα, τα δισέγγονά μας θα κληρονομήσουν αυτές τις συνέπειες», κατέληξε η ίδια, δίνοντας το πιο ηχηρό μήνυμα της μελέτης: η ώρα για δράση είναι τώρα.