Σεισμοηφαιστειακή κρίση Σαντορίνης και τα συμπεράσματα των ειδικών βρέθηκαν στο επίκεντρο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, παρουσία του υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννη Κεφαλογιάννη. Η εκδήλωση είχε τίτλο «Η Σεισμο-ηφαιστειακή κρίση της Σαντορίνης. Ένας χρόνος μετά. Αποτελέσματα και Συμπεράσματα» και παρουσιάστηκαν αναλυτικά τα πορίσματα των μόνιμων επιστημονικών επιτροπών «Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου και Μείωσης της Σεισμικής Διακινδύνευσης» και «Παρακολούθησης Ελληνικού Ηφαιστειακού Τόξου».
Ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών, Βασίλης Καραστάθης, αναφέρθηκε στη σεισμική κρίση του 2025 στην περιοχή Αμοργού-Σαντορίνης, χαρακτηρίζοντάς την ως σμήνος σεισμών. Όπως εξήγησε, οι περισσότεροι σεισμοί είχαν τεκτονικό χαρακτήρα, ωστόσο υπήρχε και σημαντικό ποσοστό που έδειχνε διείσδυση μαγματικών ρευστών, οδηγώντας σε μια «τεκτονομαγματική» ακολουθία.
Ο κ. Καραστάθης υπογράμμισε ότι επρόκειτο για μια «εξαιρετικά σπάνια κρίση» λόγω του πλήθους των σεισμών και της μικρής διάρκειας τους. Από τις 26 Ιανουαρίου έως τις 30 Ιουνίου 2025 καταγράφηκαν πάνω από 21.000 σεισμοί, εκ των οποίων οι 19.523 σημειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο του έτους.
Ενδεικτικά, το 2025 και μέσα σε μόλις 11 ημέρες, από 2 έως 12 Φεβρουαρίου, στη Σαντορίνη εκδηλώθηκαν 216 σεισμοί άνω των 4 Ρίχτερ, ενώ σε ολόκληρη την Ελλάδα το 2023 και το 2024 είχαν σημειωθεί μόλις 64 και 90 αντίστοιχα. Το φαινόμενο ακολούθησε μια περίοδο ηφαιστειακής διέγερσης μεταξύ Αυγούστου 2024 και Ιανουαρίου 2025, η οποία, όπως είπε, ήταν σαφώς ασθενέστερη από την αντίστοιχη του 2011-2012.
Η διαχείριση της κρίσης και η ανάλυση των δεδομένων
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι σεισμοί εκδηλώνονταν με εξαιρετικά υψηλή συχνότητα, καθιστώντας δύσκολη την άμεση επεξεργασία των δεδομένων. Ο ίδιος εξήγησε ότι τα αυτόματα συστήματα εντοπισμού επικέντρων παρουσίαζαν σφάλματα λόγω αλληλοεπικάλυψης σημάτων, γεγονός που οδήγησε στην υιοθέτηση αυστηρότερων κριτηρίων και ενισχυμένο έλεγχο από τους αναλυτές του Ινστιτούτου.
«Ο όγκος εργασίας ήταν τεράστιος», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως η ομάδα ολοκλήρωσε την ανάλυση το καλοκαίρι του 2025, με τα αποτελέσματα να παρουσιάζονται στο Παγκόσμιο Συνέδριο στη Λισαβόνα. Η τελική επεξεργασία παρήγαγε ακριβείς χάρτες επικέντρων, βασισμένους σε νέα μοντέλα σεισμικής ταχύτητας και δεδομένα από σύστημα κατανεμημένης ακουστικής ανίχνευσης (DAS).
Η ανάλυση έδειξε ότι η σεισμικότητα εντοπίστηκε σε βάθη 5-15 χιλιομέτρων, χωρίς ενδείξεις ανόδου μάγματος κοντά στην επιφάνεια. Τα επίκεντρα ταυτίζονταν με γνωστές τεκτονικές δομές, ενώ η μετακίνηση των επικέντρων υποδείκνυε διείσδυση μαγματικών ρευστών σε ρήγματα. Η δραστηριότητα κορυφώθηκε στις 3 Φεβρουαρίου και σταδιακά υποχώρησε μετά τις 12-13 του μήνα.
Τα συμπεράσματα των επιστημόνων
Σύμφωνα με τον κ. Καραστάθη, περίπου το 70-76% των μηχανισμών γένεσης ήταν τεκτονικοί, ενώ οι υπόλοιποι εμφάνιζαν μαγματικά χαρακτηριστικά. Δεν εντοπίστηκαν σεισμοί ή «θόρυβος» που να παραπέμπουν σε επικείμενη έκρηξη ή δημιουργία νέου ηφαιστείου. Το τελικό συμπέρασμα ήταν ότι η κρίση του 2025 αποτέλεσε σμήνος σεισμών με βαθύτερη μαγματική διείσδυση, χωρίς επιφανειακή άνοδο μάγματος ή άμεσο ηφαιστειακό κίνδυνο.
Η επιχειρησιακή διαχείριση και η εμπειρία των φορέων
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμης Λέκκας, τόνισε ότι η διαχείριση της κρίσης αποτέλεσε «άσκηση επί χάρτου επί πραγματικών συνθηκών», όπου η συνεργασία επιστημόνων και Πολιτικής Προστασίας λειτούργησε αποτελεσματικά. «Η σεισμοηφαιστειακή κρίση στη Σαντορίνη ήταν ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, μοναδικό σε παγκόσμιο επίπεδο», σημείωσε, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαχείρισης κατολισθητικών κινδύνων μέσα στην καλντέρα.
Η συμβολή της επιστημονικής παρακολούθησης
Ο καθηγητής Σεισμολογίας ΑΠΘ και πρόεδρος του ΙΜΠΗΣ, Κώστας Παπαζάχος, αναφέρθηκε στη διαχρονική παρακολούθηση του ηφαιστείου και στη σημασία της για τη διαχείριση κρίσεων. Όπως είπε, η επιστημονική παρατήρηση αποτελεί ενεργό εργαλείο λήψης αποφάσεων και όχι θεωρητική έρευνα. Επεσήμανε ότι οι υποδομές παρακολούθησης έχουν πλέον ενισχυθεί με μόνιμους σταθμούς στη Σαντορίνη, τη Θηρασιά και τη Νέα Καμένη.
Οι γεωδαιτικές μετρήσεις και οι εδαφικές παραμορφώσεις
Ο επίκουρος καθηγητής του ΕΚΠΑ, Βασίλης Σακκάς, παρουσίασε τις γεωδαιτικές μετρήσεις που κατέγραψαν έντονη εδαφική παραμόρφωση στην καλντέρα, με ανύψωση έως 60 χιλιοστά και οριζόντια μετατόπιση 70 χιλιοστών. Κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2025 παρατηρήθηκε μετανάστευση της σεισμικότητας προς την περιοχή της Ανύδρου με ταχύτητα 4-5 χλμ. ημερησίως και καθίζηση έως 80 εκατοστών τον χρόνο στο Ημεροβίγλι.
Από τον Μάρτιο του 2025, οι επιστήμονες διαπιστώνουν μείωση του ρυθμού παραμόρφωσης, αν και η Σαντορίνη εξακολουθεί να εμφανίζει ανύψωση. Ο κ. Σακκάς τόνισε την ανάγκη συνεχούς γεωδαιτικής, σεισμολογικής και γεωφυσικής παρακολούθησης για την έγκαιρη κατανόηση και πρόβλεψη φαινομένων.
Το μήνυμα του Εθνικού Αστεροσκοπείου
Κλείνοντας την εκδήλωση, ο διευθυντής και πρόεδρος ΔΣ του ΕΑΑ, Δρ. Σπ. Βασιλάκος, επισήμανε ότι η συνάντηση σηματοδοτεί μια νέα εποχή για το Εθνικό Αστεροσκοπείο και το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο. «Είναι μεγάλη χαρά να φιλοξενούμε έναν τόσο ουσιαστικό διάλογο, ώστε να μάθουμε από το φαινόμενο της Σαντορίνης και να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες μας προς τον πολίτη σε μελλοντικές κρίσεις», τόνισε.





