Η αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων δεν εξαρτάται μόνο από τα διαθέσιμα μέσα, αλλά κυρίως από τον συντονισμό και την αξιοπιστία της πληροφορίας. Αυτό τόνισε ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, μιλώντας στην ημερίδα του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών με θέμα «Η Σεισμο-Ηφαιστειακή Κρίση της Σαντορίνης – Ένας Χρόνος Μετά». Ο υπουργός περιέγραψε τον πυρήνα της εμπειρίας που αποκόμισε η χώρα από τη σεισμο-ηφαιστειακή κρίση του νησιού.

Ο κ. Κεφαλογιάννης χαρακτήρισε την κρίση, που εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 στην περιοχή Σαντορίνης-Αμοργού, ως «μία από τις πιο σύνθετες φυσικές προκλήσεις των τελευταίων ετών». Επεσήμανε ότι επρόκειτο για φαινόμενο με έντονη επιστημονική διάσταση, αβεβαιότητες και διαδοχικές εξελίξεις, το οποίο επηρέασε άμεσα την καθημερινότητα των κατοίκων και των επισκεπτών του νησιωτικού συμπλέγματος.

Όπως ανέφερε, από την πρώτη στιγμή η διαχείριση της κατάστασης στηρίχθηκε σε δύο βασικές αρχές: τον σεβασμό της επιστημονικής γνώσης και την προτεραιότητα στην προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Η θεσμική ανταπόκριση και ο επιστημονικός συντονισμός

Αναφερόμενος στη θεσμική ανταπόκριση, ο υπουργός υπογράμμισε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο επέτρεψε την άμεση ενεργοποίηση των μηχανισμών αξιολόγησης και συντονισμού. Ο Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας, η Μόνιμη Επιστημονική Επιτροπή Παρακολούθησης του Ελληνικού Ηφαιστειακού Τόξου και η Μόνιμη Επιτροπή Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου λειτούργησαν από την πρώτη στιγμή ως πυρήνας επιστημονικής τεκμηρίωσης.

«Από την 1η Φεβρουαρίου 2025 ενεργοποιήθηκε συνεχής κύκλος αξιολόγησης δεδομένων και λήψης αποφάσεων, με προληπτικά μέτρα όπως η προσωρινή αναστολή λειτουργίας σχολικών μονάδων και οι ρυθμίσεις πρόσβασης σε σημεία αυξημένου κινδύνου», σημείωσε ο υπουργός.

Ενίσχυση της επιστημονικής παρακολούθησης

Παράλληλα, ενισχύθηκε ουσιαστικά η επιστημονική παρακολούθηση της περιοχής, με την εγκατάσταση πρόσθετων σεισμογράφων σε Σαντορίνη, Ανάφη, Ίο, Αμοργό και Φολέγανδρο. Στόχος ήταν η πληρέστερη και ακριβέστερη αποτύπωση της εξέλιξης των φαινομένων.

Η Ελλάδα συνεργάστηκε στενά με διεθνείς επιστημονικούς φορείς, αξιοποιώντας την τεχνολογία και την τεχνογνωσία τους στην ανάλυση δεδομένων. Παράλληλα, διατέθηκαν σημαντικοί πόροι για την ενίσχυση του εξοπλισμού και τη συνεχή λειτουργία των δικτύων παρακολούθησης.

Ένας χρόνος μετά – Τα συμπεράσματα

Έναν χρόνο μετά, όπως υπογράμμισε ο κ. Κεφαλογιάννης, «η εμπειρία της Σαντορίνης κατέδειξε ότι η ποιότητα του συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων φορέων είναι καθοριστικός παράγοντας επιτυχούς διαχείρισης».

Στο πλαίσιο των συμπερασμάτων, ο υπουργός ανέφερε ότι η Πολιτική Προστασία εξελίσσεται «από μηχανισμό αντίδρασης σε σύστημα που εντάσσει στο δόγμα του την πρόληψη, τη συνεχή παρακολούθηση και την αποτίμηση μετά από κάθε κρίση».

Όπως τόνισε, στο νομοσχέδιο που ψηφίζεται αυτή την εβδομάδα στη Βουλή, εντάσσονται τα Περιφερειακά και Τοπικά Κέντρα Διαχείρισης Κινδύνων. Αυτά θα λειτουργούν ως μόνιμοι κόμβοι παρακολούθησης, ανάλυσης και συντονισμού, διασυνδεδεμένοι με το κεντρικό κράτος, τα εθνικά επιχειρησιακά κέντρα και τα επιστημονικά δίκτυα, εξασφαλίζοντας συνεχή ροή δεδομένων και κοινή επιχειρησιακή εικόνα.

Ευχαριστίες και αναγνώριση

Κλείνοντας, ο υπουργός ευχαρίστησε τους επιστήμονες, τα στελέχη του ΟΑΣΠ, το Πυροσβεστικό Σώμα, τα Σώματα Ασφαλείας, τις Ένοπλες Δυνάμεις, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους πολίτες. Υπογράμμισε ότι η πειθαρχία στις επιστημονικές εισηγήσεις, ο συντονισμός και η θεσμική ωριμότητα «συνέβαλαν καθοριστικά στη διαχείριση της κρίσης».