Η Ζιζέλ Πελικό, θύμα οργανωμένων βιασμών από τον σύζυγό της στο σπίτι τους στη νότια Γαλλία, μιλά για την ιστορική δίκη των δραστών και τον διεθνή αντίκτυπο της υπόθεσής της. Στα απομνημονεύματά της, αποσπάσματα των οποίων δημοσίευσε η εφημερίδα Le Monde, περιγράφει πώς η απόφασή της να αρνηθεί τη διεξαγωγή της δίκης κεκλεισμένων των θυρών αποτέλεσε σημείο καμπής για τα δικαιώματα των θυμάτων σεξουαλικής βίας.
Η Ζιζέλ Πελικό, που εξελίχθηκε σε εμβληματική μορφή για τις γυναίκες σε όλο τον κόσμο, υπήρξε θύμα του πρώην συζύγου της. Για μια δεκαετία, ο Ντομινίκ Πελικό τη νάρκωνε με αγχολυτικά και στη συνέχεια τη βίαζε ο ίδιος ή άνδρες που, όπως αναφέρει, «στρατολογούσε» μέσω διαδικτύου για αυτόν τον σκοπό.
«Αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερη, ίσως να μην τολμούσα να αρνηθώ τη δίκη κεκλεισμένων των θυρών», γράφει η ίδια στο βιβλίο της με τίτλο «Και η χαρά της ζωής», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 17 Φεβρουαρίου σε 22 γλώσσες. Μέσα από προσωπική εξομολόγηση, φωτίζει τη δύναμη που χρειάστηκε για να σταθεί δημόσια απέναντι στους κατηγορούμενους.
Η συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στη δίκη που διεξήχθη στην Αβινιόν το 2024, μια διαδικασία που συγκλόνισε τη διεθνή κοινότητα. Η Πελικό επέλεξε να αποκαλύψει την ταυτότητά της και να μιλήσει δημόσια, παρά τον φόβο και την έκθεση. «Όπως ξανασκέφτομαι τη στιγμή που πήρα αυτήν την απόφαση, λέω ότι αν ήμουν 20 χρόνια νεότερη ίσως να μην είχα τολμήσει να αρνηθώ τη δίκη κεκλεισμένων των θυρών. Θα φοβόμουν τα βλέμματα, αυτά τα σάπια βλέμματα με τα οποία μια γυναίκα της γενιάς μου ανέκαθεν συμβιβαζόταν», σημειώνει χαρακτηριστικά.
«Ίσως η ντροπή να φεύγει ευκολότερα όταν είσαι 70 ετών και κανείς δεν σε προσέχει πια. Δεν ξέρω. Δεν φοβόμουν τις ρυτίδες μου, ούτε το σώμα μου», γράφει στα απομνημονεύματά της, τα οποία συνέγραψε μαζί με τη δημοσιογράφο και μυθιστοριογράφο Ζουντίτ Περινιόν. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, η Πελικό επιχειρεί να μετατρέψει τον πόνο σε μαρτυρία και τη σιωπή σε δύναμη.
Περιγράφει επίσης τα συναισθήματά της πριν από τη δίκη, όταν, όπως λέει, ένιωθε «ακαθόριστα» συναισθήματα: «Εκείνον (σ.σ. τον Ντομινίκ Πελικό) βιαζόμουν να τον δω απέναντί μου. Για εκείνους, φοβόμουν τον αριθμό τους. Όσο πλησίαζε η δίκη, τόσο περισσότερο φανταζόμουν ότι θα γινόμουν όμηρος του βλέμματός τους, των ψεμάτων τους, της θρασυδειλίας και της περιφρόνησής τους».
Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου, περιγράφει τη στιγμή που είδε στο αστυνομικό τμήμα τις φωτογραφίες των βιασμών της ενώ ήταν ναρκωμένη. «Δεν αναγνώριζα αυτά τα άτομα. Ούτε εκείνη τη γυναίκα. Το μάγουλό της ήταν πλαδαρό. Το στόμα της μαλακό. Ήταν μια πάνινη κούκλα», γράφει, μεταφέροντας με ωμότητα το σοκ της συνειδητοποίησης.