Μπορεί το μυστικό της μακροζωίας να βρίσκεται χιλιάδες χρόνια πίσω, στους πρώτους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της Ευρώπης; Σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα, ένα συγκεκριμένο κομμάτι αρχαίου DNA φαίνεται να προσφέρει πλεονέκτημα σε ανθρώπους που φτάνουν ή ξεπερνούν τα 100 χρόνια ζωής. Η μελέτη επικεντρώθηκε σε πληθυσμούς της Ιταλία, μιας χώρας με μακρά παράδοση αιωνόβιων, και έφερε στο φως έναν απρόσμενο γενετικό παράγοντα.
Οι ερευνητές ανέλυσαν το γενετικό υλικό 333 Ιταλών αιωνόβιων και το συνέκριναν με εκείνο 690 υγιών ατόμων της ίδιας γεωγραφικής περιοχής. Διαπίστωσαν ότι όλοι οι συμμετέχοντες έφεραν ένα μωσαϊκό αρχαίων πληθυσμών: Μεσολιθικούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της Δυτικής Ευρώπης, Νεολιθικούς αγρότες από την Ανατολία, κτηνοτρόφους της Εποχής του Χαλκού από τις στέπες της Ποντιακής–Κασπίας περιοχής, πληθυσμούς του Καυκάσου και ομάδες από το νεολιθικό Ιράν που κινήθηκαν κατά μήκος της Μεσογείου. Ωστόσο, μόνο ένα από αυτά τα γενετικά «στρώματα» ξεχώριζε συστηματικά στους αιωνόβιους: το DNA των δυτικοευρωπαϊκών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, γνωστό ως WHG.
Πρόκειται για την πρώτη φορά που αυτό το τόσο αρχαίο γενετικό υπόβαθρο, το οποίο αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού γονιδιώματος εδώ και περίπου 20.000 χρόνια, συνδέεται άμεσα με εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια ζωής. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το συγκεκριμένο DNA εισήχθη στον ιταλικό πληθυσμό ανεξάρτητα από άλλα μεταγενέστερα γενετικά ρεύματα και ότι, μέσα στους αιώνες, διατηρήθηκε σε υψηλότερα ποσοστά σε ορισμένες περιοχές.
Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συνδυαστεί με την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης. Κατά τη λήξη της τελευταίας παγετώδους περιόδου, πριν από 20.000 περίπου χρόνια, πολλοί πληθυσμοί κυνηγών-τροφοσυλλεκτών αντικαταστάθηκαν σταδιακά από νεολιθικές κοινότητες. Τότε, καθώς το κλίμα θερμαινόταν και οι πληθυσμοί πυκνώνονταν, αναπτύχθηκαν γονιδιακές παραλλαγές που ενίσχυαν την άμυνα απέναντι σε λοιμώξεις. Αυτές οι παραλλαγές, αν και σωτήριες σε συνθήκες υψηλής θνησιμότητας από παθογόνα, σήμερα θεωρούνται ότι συμβάλλουν σε χρόνιες φλεγμονές και ασθένειες που σχετίζονται με τη γήρανση.
Η υπόθεση των επιστημόνων είναι ότι οι άνθρωποι με μεγαλύτερο «υπόλειμμα» του αρχαίου WHG DNA ίσως γλίτωσαν μέρος αυτής της εξελικτικής «παρενέργειας». Με άλλα λόγια, γονίδια που κάποτε εκτοπίστηκαν επειδή δεν προσέφεραν άμεση προστασία από λοιμώξεις, ενδέχεται σήμερα να λειτουργούν προστατευτικά απέναντι στη φθορά του χρόνου.
Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι η μακροζωία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τα γονίδια. Ο τρόπος ζωής, η διατροφή, το περιβάλλον και οι κοινωνικές συνθήκες παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη δείχνει ότι ορισμένοι πληθυσμοί φέρουν ένα γενετικό «μπόνους» που μπορεί να τους δίνει προβάδισμα. Γι’ αυτό και προτείνουν μια νέα, πληθυσμιακά στοχευμένη προσέγγιση στη μελέτη της ανθρώπινης μακροζωίας, αξιοποιώντας τα δεδομένα της παλαιογενωμικής και τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το ανθρώπινο DNA.
Το συμπέρασμα είναι σαφές αλλά και προσεκτικό: κανένα γονίδιο δεν εγγυάται τα 100 χρόνια ζωής. Όμως, η εξελικτική μας κληρονομιά –ακόμη και από προϊστορικούς κυνηγούς που περιπλανιόνταν στην Ευρώπη– εξακολουθεί να επηρεάζει το πώς γερνάμε σήμερα. Και ίσως, μέσα σε αυτά τα αρχαία γονίδια, να κρύβονται απαντήσεις για το πώς μπορούμε να ζήσουμε όχι μόνο περισσότερο, αλλά και καλύτερα.