Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μοιράζεται πλέον πληροφορίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με ύποπτα σκάφη διακίνησης ναρκωτικών στην Καραϊβική, επειδή «δεν θέλει να είναι συνένοχο» σε στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ, τις οποίες θεωρεί παράνομες, δήλωσαν στο CNN πηγές που γνωρίζουν το θέμα.

Η απόφαση σηματοδοτεί μια σημαντική ρήξη στις σχέσεις Λονδίνου–Ουάσιγκτον, δύο εκ των στενότερων συμμάχων στον τομέα των πληροφοριών, και υπογραμμίζει τον αυξανόμενο σκεπτικισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τη νομιμότητα της αμερικανικής στρατιωτικής εκστρατείας στη Λατινική Αμερική.

Από τη συνεργασία στις διακοπές

Για δεκαετίες, το Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο διατηρεί σειρά εδαφών στην Καραϊβική όπου εδρεύουν μονάδες των μυστικών υπηρεσιών του βοηθούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να εντοπίζουν ύποπτα πλοία μεταφοράς ναρκωτικών, ώστε η Αμερικανική Ακτοφυλακή να μπορεί να τα αναχαιτίζει. Οι πληροφορίες μεταβιβάζονταν συνήθως στην Κοινή Διατμηματική Ομάδα Εργασίας Νότου (Joint Interagency Task Force South), μια πολυεθνική δύναμη που σταθμεύει στη Φλόριντα και συντονίζει επιχειρήσεις κατά του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η βρετανική κυβέρνηση διέκοψε τη ροή πληροφοριών πριν από έναν μήνα, μετά την έναρξη των θανατηφόρων επιθέσεων των ΗΠΑ εναντίον σκαφών τον Σεπτέμβριο. Οι επιθέσεις αυτές έχουν στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 76 ανθρώπους.

«Υπήρξε σοβαρός φόβος ότι οι πληροφορίες που παρείχαν οι Βρετανοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την επιλογή στόχων», ανέφερε μία από τις πηγές στο CNN.

Βρετανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι οι επιθέσεις «παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο», προσθέτουν οι ίδιες πηγές.

Καταδίκη από τον ΟΗΕ

Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Φόλκερ Τουρκ, δήλωσε τον περασμένο μήνα ότι οι αμερικανικές επιθέσεις «παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και ισοδυναμούν με εξωδικαστική δολοφονία».

Σύμφωνα με το CNN, το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνεί με αυτή την εκτίμηση.

Η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, το Πεντάγωνο και ο Λευκός Οίκος δεν απάντησαν στα αιτήματα του CNN για σχολιασμό.

Από την επιβολή του νόμου στη στρατιωτικοποίηση

Πριν ξεκινήσουν οι επιθέσεις, η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών γινόταν από την Ακτοφυλακή και τις αρχές επιβολής του νόμου  τα μέλη των καρτέλ αντιμετωπίζονταν ως εγκληματίες με δικαίωμα νόμιμης διαδικασίας. Σε αυτό το πλαίσιο το ΗΒ συνέδραμε πρόθυμα.

Η αλλαγή επήλθε με την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αναθέσει στον στρατό ενεργό ρόλο στις επιχειρήσεις.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει πως οι ύποπτοι για διακίνηση ναρκωτικών αποτελούν «άμεση απειλή για τους Αμερικανούς» και είναι «εχθροί μαχητές» που βρίσκονται σε «ένοπλη σύγκρουση» με τις ΗΠΑ, σύμφωνα με υπόμνημα που εστάλη στο Κογκρέσο.

Το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης εξέδωσε γνωμοδότηση (παραμένει απόρρητη) που στηρίζει αυτή την ερμηνεία. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει, επίσης, χαρακτηρίσει ορισμένα καρτέλ ναρκωτικών ως «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις».

Ο Λευκός Οίκος διαβεβαιώνει πως οι επιχειρήσεις «συμμορφώνονται πλήρως με το Δίκαιο των Ένοπλων Συγκρούσεων».

Εσωτερικές διαφωνίες στις ΗΠΑ

Ο Ναύαρχος Άλβιν Χόλσεϊ, επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης των ΗΠΑ, φέρεται να προσφέρθηκε να παραιτηθεί σε τεταμένη συνάντηση με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγσεθ και τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, αφού εξέφρασε αμφιβολίες για τη νομιμότητα των επιθέσεων. Ο Χόλσεϊ αναμένεται να αποχωρήσει από τη θέση του τον Δεκέμβριο, μόλις έναν χρόνο μετά τον διορισμό του.

Ο Καναδάς κρατά αποστάσεις

Αποστάσεις τηρεί και ο Καναδάς

Πηγές δήλωσαν στο CNN ότι η Οτάβα θα συνεχίσει τη συνεργασία της με την Αμερικανική Ακτοφυλακή στο πλαίσιο της Επιχείρησης Καραϊβική, ωστόσο έχει καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμεί οι πληροφορίες της να χρησιμοποιούνται για στοχοποίηση σκαφών.

«Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δραστηριότητες των Καναδικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλαίσιο της Επιχείρησης Καραϊβική, που διεξάγονται σε συντονισμό με την Ακτοφυλακή των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι ξεχωριστές και διακριτές από τις στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ σε ύποπτα πλοία μεταφοράς ναρκωτικών», δήλωσε εκπρόσωπος της καναδικής άμυνας στον τοπικό Τύπο.

Πηγή:CNN