Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν δέχεται πιέσεις για αντίποινα στο Ιράν, το οποίο τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν στοχοποιήσει, θεωρώντας ότι βρίσκεται πίσω από την επίθεση στην Ιορδανία που είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις Αμερικανοί στρατιώτες και να τραυματιστούν δεκάδες ακόμα, σε ένα χτύπημα που «πραγματοποιήθηκε από ριζοσπαστικές μαχητικές ομάδες που υποστηρίζονται από το Ιράν και δρουν στη Συρία και το Ιράκ».

Η συγκεκριμένη επίθεση που αποτελεί την πρώτη απώλεια Αμερικανών στρατιωτών από την έναρξη του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας στις 7 Οκτωβρίου και φαίνεται πως ανοίγει τον «ασκό του Αιόλου» για μία ευρύτερη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.

Ο Τζο Μπάιντεν δήλωσε από την πρώτη στιγμή όταν έγινε γνωστός ο θάνατος των Αμερικανών στρατιωτών ότι οι ΗΠΑ θα «απαντήσουν σκληρά», κάτι που επανέλαβε και την Τρίτη μιλώντας σε δημοσιογράφους.

Όπως είπε έχει λάβει απόφαση σχετικά με την απάντηση των ΗΠΑ αλλά αρνήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Μπάιντεν δήλωσε ακόμα πως θεωρεί το Ιράν υπεύθυνο για την επίθεση. «Τους θεωρώ υπεύθυνους με την έννοια ότι προμηθεύουν τα όπλα στους ανθρώπους που το έκαναν», σημείωσε.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν καθώς αναχωρεί από τον Λευκό Οίκο για τη Φλόριντα (Πηγή: REUTERS/Evelyn Hockstein)

Ωστόσο τόσο ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος όσο και άλλοι αξιωματούχοι όπως και ο εκπρόσωπος του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Τζον Κίρμπι δήλωσε ότι «δεν επιδιώκουμε πόλεμο με το Ιράν».

Μάλιστα την Τρίτη ο Τζο Μπάιντεν επανέλαβε ότι ελπίζει να αποτρέψει μια ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή, λέγοντας: «Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε έναν ευρύτερο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Δεν είναι αυτό που επιδιώκω».

Έτσι ο Τζο Μπάιντεν καλείται να λάβει τη δύσκολη απόφαση, προκειμένου να εξισορροπήσει ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ θα χτυπήσουν ως αντίποινα στην επίθεση αλλά και να μην υπάρξει μία ευρύτερη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή με απρόβλεπτες συνέπειες.

Αν οι ΗΠΑ δεν δράσουν αποφασιστικά στέλνουν μήνυμα αδυναμίας

Ωστόσο αν οι ΗΠΑ αποτύχουν να δράσουν αποφασιστικά, κινδυνεύουν να στείλουν ένα μήνυμα αδυναμίας, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερες επιθέσεις. Αλλά ενεργώντας πολύ δυναμικά θα μπορούσε να προκαλέσει κλιμάκωση από το Ιράν και τους συμμάχους του, εν μέσω υψηλών περιφερειακών εντάσεων λόγω του πολέμου του Ισραήλ κατά της Χαμάς στη Γάζα και των χτυπημάτων των Χούθι στη ναυσιπλοΐα της Ερυθράς Θάλασσας ως αντίποινα στο Ισραήλ.

Η προειδοποίηση του Μπάιντεν «δεν εννοείται ως απειλή τύπου μαφίας», δήλωσε στο Newsweek ο Άντριου Μπόρεν, εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας Flashpoint, η οποία ειδικεύεται σε πληροφόρηση σχετικά με ζητήματα παγκόσμιων απειλών και κινδύνων.

«Πρόκειται για τη χρήση μιας εντολής για διατάραξη και υποβάθμιση των δυνατοτήτων του Ιράν και των συμμαχικών του ομάδων», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Τα αντίποινα θα είναι πιο ολοκληρωμένα από τα μεμονωμένα πλήγματα που έχουν πραγματοποιήσει οι ΗΠΑ μέχρι σήμερα σε στόχους που συνδέονται με το Ιράν, διότι ό,τι έχει γίνει δεν έχει αποδώσει», πρόσθεσε.

«Οι σκοποί πρέπει να αλλάξουν, διότι αυτό το επίπεδο βίας και η διακοπή του παγκόσμιου εμπορίου και οι επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας και των αμάχων πρέπει να σταματήσουν», είπε ακόμα.

Στοχεύοντας εγκαταστάσεις των Φρουρών της Επανάστασης στο Ιράκ και τη Συρία

Υπάρχουν πολλές βάσεις, αποθήκες όπλων και αποθήκες εκπαίδευσης σε όλο το Ιράκ και τη Συρία που ανήκουν σε πολιτοφυλακές υποστηριζόμενες από την Τεχεράνη, οι οποίες εκπαιδεύονται, εξοπλίζονται και χρηματοδοτούνται από τη Δύναμη Quds του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν (IRGC), αν και δεν κατευθύνονται απαραιτήτως από αυτήν. Μέχρι στιγμής, τα πυραυλικά πλήγματα ακριβείας σε αυτές τις βάσεις δεν έχουν καταφέρει να αποτρέψουν τις πολιτοφυλακές, οι οποίες έχουν εξαπολύσει περισσότερες από 170 επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στην περιοχή από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα.

«Νομίζω ότι η πρωταρχική επιλογή της κυβέρνησης Μπάιντεν θα είναι να στοχεύσει τις εγκαταστάσεις των δυνάμεων των Φρουρών της Επανάστασης στη Συρία και το Ιράκ», δήλωσε ο Ντένις Φριτς, διευθυντής του Δικτύου Μέσων Ενημέρωσης Αϊζενχάουερ (EMN), το οποίο δίνει έμφαση στην ειρήνη και τη διπλωματία στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Όμως ο Φριτς, απόστρατος αρχιλοχίας της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ, δήλωσε ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να δει το Ιράν να απαντά άμεσα «με επιθέσεις σε αμερικανικά πλοία και βάσεις στη Μέση Ανατολή που φιλοξενούν το προσωπικό μας» και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν ευρύτερο πόλεμο.

Κυβερνοεπιθέσεις

Ομάδες που συντάσσονται από τον Άξονα Αντίστασης που υποστηρίζεται από το Ιράν, έχουν πραγματοποιήσει επιθέσεις άρνησης παροχής υπηρεσιών (DDoS) εναντίον κυβερνήσεων, παρόχων κρίσιμων υποδομών και οργανισμών μέσων ενημέρωσης, γεγονός που σημαίνει ότι τα αντίποινα των ΗΠΑ θα μπορούσαν να έχουν μια συνιστώσα κυβερνοεπιθέσεων, δήλωσε ακόμα ο Μπόρεν.

Μεταξύ των ηπιότερων μέτρων που θα μπορούσαν να εξετάσουν οι ΗΠΑ είναι πιο έντονες οικονομικές κυρώσεις που απευθύνονται σε πρόσωπα του ιρανικού καθεστώτος και τις οικογένειές τους, αλλά θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν κυβερνοεπιθέσεις ή επιθετικές επιχειρήσεις στον κυβερνοχώρο.

Ένας στρατιώτης του αμερικανικού στρατού στέκεται με το όπλο του σε μια στρατιωτική βάση στην περιοχή Μαχμούρ κοντά στη Μοσούλη κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης για την επίθεση κατά των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους στη Μοσούλη, Ιράκ, 18 Οκτωβρίου 2016. (Πηγή: REUTERS/Alaa Al-Marjani)

«Δεν χρειάζεται να εκτοξεύσετε μια κεφαλή στο Ιράν για να διαταράξετε την ιρανική στρατιωτική ικανότητα», είπε ακόμα και προσέθεσε πως: «Η αλλαγή θα ήταν επίσης μια στροφή προς μια εκστρατεία υποβάθμισης και διατάραξης και τελικά ίσως καταστροφής αυτού του δικτύου».

Άμεσο χτύπημα στο Ιράν

Η τρίτη και πιο σκληρή απάντηση που προτείνουν ορισμένες πλευρές είναι πιο άμεσα χτυπήματα στο ίδιο το Ιράν, καθώς τα αντίποινα κατά των Χούθι στην Υεμένη και η επανατοποθέτηση των πολεμικών πλοίων των ΗΠΑ σε απειλητικές θέσεις δεν έχουν μέχρι στιγμής αποτρέψει τη βία που υποστηρίζεται από την Τεχεράνη.

«Το μόνο πράγμα που καταλαβαίνει το ιρανικό καθεστώς είναι η βία. Μέχρι να πληρώσουν ένα τίμημα με τις υποδομές τους και το προσωπικό τους, οι επιθέσεις εναντίον των αμερικανικών στρατευμάτων θα συνεχιστούν», ανέφερε ο γερουσιαστής του κόμματος Ρεμπουμπλικανικού Κόμματος, Λίντσεϊ Γκράχαμ σε ανάρτησή του στο X. Ο Ουέσλι Κλαρκ, στρατηγός εν αποστρατεία των ΗΠΑ και πρώην διοικητής του ΝΑΤΟ, ανάρτησε στο X «εξουδετερώστε τις δυνατότητές τους και χτυπήστε σκληρά στην πηγή: το Ιράν».

Ο Μπόρεν δήλωσε ότι το χτύπημα στην Ιορδανία την Κυριακή «ανοίγει ένα φάσμα δραστηριοτήτων που μέχρι στιγμής μάλλον δεν ήταν ευχάριστες για τον αμερικανικό λαό».

«Το χτύπημα στόχων που θα υποβαθμίσουν αποτελεσματικά και θα αρνηθούν την ικανότητα του Ιράν να παρέχει περαιτέρω πόρους στις τρομοκρατικές ομάδες που διεξάγουν τέτοιου είδους επιθέσεις μπορεί να απαιτήσει επιχειρήσεις με αποτελέσματα στο εσωτερικό του Ιράν, οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο να κινηθούν προς μια κατάσταση πολέμου μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ», υπογράμμισε.

Φόβοι για έναν κύκλο χτυπημάτων χωρίς τέλος

Αλλά τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη έχουν επιμείνει ότι δεν θέλουν να εμπλακούν σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας και η Τεχεράνη θα μπορούσε να απαντήσει προσπαθώντας να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, μέσω του οποίου ρέει το 20% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στον κόσμο, επιφέροντας πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία.

«Οι περιορισμένες επιθέσεις σε στόχους στο Ιράν θα έβλεπαν ανάλογα ιρανικά αντίποινα. Έτσι, επιθέσεις σε εγκαταστάσεις της ιρανικής φρουράς ή αεροπορικές και ναυτικές βάσεις θα έβλεπαν ανταποδοτικές επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ και τη Συρία», δήλωσε ο αναπληρωτής διευθυντής του EMN, Μάθιου Χοχ.

«Η ιρανική απάντηση στη δολοφονία του στρατηγού Κασσέμ Σολειμάνι από τις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2020 είναι ένα καλό παράδειγμα. Ας ελπίσουμε ότι εκεί θα τελειώσει», είπε.

«Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να πάρει σάρκα και οστά ένας κλιμακούμενος και ατελείωτος κύκλος εκατέρωθεν πυρών λόγω των εσωτερικών πολιτικών πιέσεων τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ιράν», κατέληξε.