«Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε – γέλασε» είναι το μήνυμα που επιχειρούν να στείλουν οι χώρες της περιοχής στις Βρυξέλλες. Ενα μήνυμα που η Ελλάδα θέλει να δείξει ότι κατανοεί απόλυτα και είναι σε θέση να διαχειριστεί, πιστεύοντας ότι θα της δώσει την ώθηση να αναδειχθεί σε περιφερειακό παίκτη με ρυθμιστικό ρόλο.

Τα Δυτικά Βαλκάνια – ιδιαίτερα για την Ελλάδα – είναι ένα μεγάλο στοίχημα, δεδομένου ότι αποτελούν τη φυσική συνέχεια του ζωτικού της χώρου. Είναι οι χώρες που συνορεύει, χρειάζεται τις σχέσεις καλής γειτονίας και αυξημένης συνεργασίας μαζί τους, ενώ την ίδια στιγμή έχει ανάγκη τη στήριξη τους ή έστω τη μη συμμαχία τους με την Τουρκία. Μία Τουρκία η οποία ωστόσο επενδύει στη συνεργασία με τις εν λόγω χώρες επί σειρά ετών, είναι σε θέση να επηρεάζει εξελίξεις και θεωρεί την περιοχή ως τη φυσική σφαίρα επιρροής της και επανειλημμένα αναλυτές διεθνών εξελίξεων έχουν επισημάνει ότι για την Αγκυρα και την πολιτική αναβίωσης της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», σε μία πιο σύγχρονη μορφή, του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τα Βαλκάνια είναι ιδιαίτερης σημασίας. Τα Βαλκάνια ωστόσο εκτός από στόχος της Τουρκίας αποτελούν στόχο και για τη ρωσική διπλωματία, λόγω της γεωστρατηγικής τους θέσης και του ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν στους ενεργειακούς σχεδιασμούς.

Δυσπιστία

Η αποτυχία της ΕΕ, μετά το γαλλικό βέτο, να δώσει ημερομηνία έναρξης διαπραγματεύσεων στη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία τον περασμένο χρόνο, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δεσμεύεται και μέσω της διαδικασίας για την υιοθέτηση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τα Σκόπια προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, δυσπιστία των χωρών της Βαλκανικής απέναντι στις Βρυξέλλες και σειρά πολιτικών εξελίξεων, που έχουν φέρει την Ευρώπη σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι λήψης αποφάσεων. Αποφάσεις που αν η Ευρώπη δεν θέλει να χάσει την περιοχή θα πρέπει να δρομολογήσει άμεσα.

Η ελληνική διπλωματία επιχειρεί να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην προσπάθεια διατήρησης στην επικαιρότητα της ευρωπαϊκής προοπτικής των Βαλκανίων και δη της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, θέτοντας ως στόχο, όπως αναδείχθηκα και στη Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου, με τίτλο «από τη Θεσσαλονίκη στο Ζάγκρεμπ» την περασμένη βδομάδα, οι δύο χώρες να πάρουν το πράσινο φως για έναρξη των ενταξιακών τους διαπραγματεύσεων στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, πριν από τη σύνοδο Βαλκανίων – ΕΕ του Ζάγκρεμπ, τον Μάιο. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο ότι στη διάσκεψη της Θεσσαλονίκης, οι ΥΠΕΞ της Βόρειας Μακεδονίας αλλά και της Αλβανίας, έδειξαν την προσμονή απέναντι στις υποσχέσεις των Βρυξελλών χρησιμοποιώντας τραγούδια – όπως το «I can’t live if living is without you» (δεν μπορώ να ζήσω αν είναι χωρίς εσένα) – αλλά και ταινίες – όπως τη «Μέρα της μαρμότας» – για να δείξουν τόσο τις προσπάθειες που καταβάλλονται, όσο και το οριακό σημείο που βρίσκεται για τους λαούς τους η αξιοπστία της ΕΕ. Τόσο η Κροατία, που ασκεί την προεδρία της ΕΕ, όσο και ο ΥΠΕΞ, Νίκος Δένδιας, εμφανίστηκαν να είναι υπέρ της συμφωνίας – πακέτο και για τις δύο χώρες…

Σταθερότητα

Η Αθήνα εκτιμά ότι ως χώρα της περιοχής και μέλος της ΕΕ, μπορεί μέσω ενός ρυθμιστικού ρόλου στα Βαλκάνια και συμβολής στην επίλυση των προβλημάτων στην περιοχή, θα καταφέρει να αναδειχθεί σε παράγοντα σταθερότητας, ενώ παράλληλα θα θωρακίζεται και η ίδια, μέσω της ενίσχυσης των συμμαχιών στο πλαίσιο της Ευρώπης, απέναντι στην Τουρκία.

Η κυβέρνηση έχει υπογραμμίσει επανειλημμένα τη γεωστρατηγική, πολιτική και οικονομική σημασία της ένταξης των Βαλκανίων στην Ευρώπη, διαμηνύοντας παράλληλα ότι η ΕΕ πρέπει να αποδείξει την αξιοπιστία της και να τηρήσει τα συμφωνημένα. Για την ελληνική διπλωματία άλλωστε η ευρωπαϊκή προοπτική για τη μεν Βόρεια Μακεδονία αποτελεί ένα εχέγγυο τήρησης της Συμφωνίας των Πρεσπών και διάψευσης και αποδυνάμωσης των εθνικιστικών φωνών, στο εσωτερικό της χώρας, ενώ για την Αλβανία είναι ένας τρόπος να υποχρεωθεί να συμμορφωθεί με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και να σεβαστεί τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Η Σύνοδος Κορυφής του Μαρτίου θα είναι ένα ορόσημο για τις σχέσεις Δυτικών Βαλκανίων – ΕΕ, ιδιαίτερα κρίσιμο και για την ελληνική διπλωματία.