Σε δίκη ενώπιον Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατηγορούμενοι για ομαδικό βιασμό από κοινού, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε στη Ρόδο, την 1η Δεκεμβρίου 2018, με θύμα μια 19χρονη κοπέλα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, που φοιτά σε ειδικό σχολείο, παραπέμπονται με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που επιδόθηκε χθες, ένας 19χρονος Αλβανός κι ένας 23χρονος αθίγγανος.

Όπως έγραψε η «δημοκρατική», μετά την άγρια δολοφονία, την 18η Νοεμβρίου 2018 της 21χρονης φοιτήτριας του τμήματος Μεσογειακών σπουδών Ελένης Τοπαλούδη μαζί με τον 21χρονο Ροδίτη, ο 19χρονος επικίνδυνος Αλβανός σαδιστής, βίασε την 1η Δεκεμβρίου 2018 μαζί με τον 23χρονο αθίγγανο, την 19χρονη ανάπηρη κοπέλα, σύμφωνα με τη dimokratiki.gr.

Θα δικαστούν συγκεκριμένα ως υπαίτιοι του ό,τι, στη Ρόδο, την 1η Δεκεμβρίου 2018, με πρόθεση και κατόπιν μεταξύ τους συναπόφασης, με σωματική βία και με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξανάγκασαν άλλον σε συνουσία και σε άλλη ασελγή πράξη, τέλεσαν δε την πράξη τους αυτή όντες δύο τον αριθμό και ενεργώντας από κοινού.

Το χρονικό της φρίκης

Ειδικότερα, αφού προηγουμένως είχαν μεταβεί στον υπαίθριο χώρο όπισθεν της εκκλησίας του Ευαγγελισμού στη Ρόδο, όπου συχνάζουν νεαρά άτομα, μεταξύ των οποίων και η παθούσα πρότειναν στην τελευταία να τους ακολουθήσει στο όχημα, το οποίο οδηγούσε ο Αλβανός, με το πρόσχημα ότι θα πήγαιναν μία βόλτα για να ακούσουν μουσική.

Η παθούσα, η οποία πάσχει από ψυχική – πνευματική διαταραχή κι έχει ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, πειθόμενη αρχικά από τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και μη αντιλαμβανόμενη τις εγκληματικές τους προθέσεις, δέχθηκε να τους ακολουθήσει, επιβιβαζόμενη στο αυτοκίνητο, στο οποίο επέβη και ο αθίγγανος.

Εν συνεχεία, αφού μετέφεραν την παθούσα με το ανωτέρω όχημα, του οποίου τις πόρτες κλείδωσε ο Αλβανός, σε υπαίθριο χώρο πλησίον παραλίας με χαμηλό φωτισμό κοντά στο καφέ – εστιατόριο «RONDA» και εξήλθαν άπαντες από το ανωτέρω όχημα σε σημείο της παραλίας με θάμνους και φυτά, ο Αλβανός, παρουσία και του αθίγγανου, κάμπτοντας την αντίστασή της με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ασκώντας επ’ αυτής σωματική βία, ήτοι καταφέροντάς της χτυπήματα στο πρόσωπο, αλλά και απειλώντας αυτήν άμεσα και σπουδαία τη σωματική της ακεραιότητα, λέγοντάς της ότι θα την χτυπούσε, την εξανάγκασε να προβεί σε ασελγή πράξη, εν συνεχεία δε, αφού οι κατηγορούμενοι από κοινού ακινητοποίησαν την παθούσα κρατώντας της τα χέρια, επιβίβασαν βιαίως αυτήν εκ νέου στο ανωτέρω όχημα και διανύοντας μικρή απόσταση, οδήγησαν αυτή στην περιοχή του Ενυδρείου, πλησίον χώρου που λειτουργούν ιδιωτικές τουαλέτες.

Εκεί, εμμένοντας στο αρχικό τους σχέδιο και εκμεταλλευόμενοι τις υπέρτερες σωματικές τους δυνάμεις, έκαμψαν με την άσκηση σωματικής βίας και με τη χρήση άμεσων και σπουδαίων απειλών για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, την αντίσταση της παθούσας, υποχρεώνοντάς την να ανεχθεί συνουσία και άλλες ασελγείς πράξεις, όπως αναφέρει η dimokratiki.gr.

Πιο συγκεκριμένα, αφού έφτασαν στο σημείο και κατέβασαν την παθούσα από το αυτοκίνητο σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αρχικά την απείλησαν, ενώ αμέσως μετά ο Αλβανός την χαστούκισε εκ νέου, κρατώντας της με δύναμη το χέρι προκειμένου να μην μπορέσει εκείνη να διαφύγει. Στη συνέχεια, αφού επανέλαβε την ως άνω απειλή-προτροπή του προς την παθούσα να προβεί σε ασελγή πράξη και την εξανάγκασε τελικώς, ενόσω ο έτερος κατηγορούμενος, είχε κατεβάσει το παντελόνι τους και αυνανιζόταν.

Λίγο αργότερα, ο αθίγγανος εξανάγκασε κι αυτός την παθούσα σε ασελγή πράξη, χτυπώντας την στο πρόσωπο, τελικώς δε, αφού κατέβασε το παντελόνι της παθούσας, σκίζοντάς το, προέβη σε συνουσία με αυτήν, αγνοώντας τις εκκλήσεις της να σταματήσει.

Παράλληλα, ο Αλβανός κρατούσε με δύναμη το κεφάλι της παθούσας, εξαναγκάζοντάς την να του κάνει και πάλι στοματικό έρωτα. Κάποια στιγμή, αφού οι κατηγορούμενοι διέκοψαν προσωρινά την εγκληματική τους συμπεριφορά σε βάρος της παθούσας και συζητούσαν για το εάν θα προέβαινε και ο Αλβανός σε συνουσία.

Αρνήθηκαν τα πάντα

Κατά το στάδιο της απολογίας τους ενώπιον της Ανακρίτριας οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις σε βάρος τους κατηγορίες παρουσιάζοντας διαφορετική εκδοχή των πραγμάτων.
Ο αθίγγανος διατείνεται ότι συνευρέθη κι αυτός με την παθούσα, ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι η συνεύρεση έγινε με τη συναίνεση της τελευταίας, αναιρώντας την προανακριτική του ομολογία και υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν προϊόν ξυλοδαρμού-βασανιστηρίων στα οποία τον υπέβαλαν οι αστυνομικοί.

Επιπλέον οι κατηγορούμενοι αντιφάσκουν τόσο ως προς τη θέση που είχε στο αυτοκίνητο ο αθίγγανος, όσο και ως προς το σημείο που βρισκόταν ο αθίγγανος όταν ο Αλβανός υποχρέωνε την παθούσα σε ασελγή πράξη.

Αντιφάσκουν ακόμη και στην περιγραφή των ασελγών πράξεων που τελέστηκαν.

Ο Αλβανός αρνείται πλήρως τόσο την χρήση βίας όσο και την τέλεση οποιοσδήποτε ερωτικού περιεχομένου πράξης.

Ως συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορούμενων παρίστανται οι δικηγόροι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής και Γιάννης Χριστοδούλου και ως συνήγορος πολιτικής αγωγής η δικηγόρος κ. Μαρία Κρικοπούλου.