Δεν υπάρχει Δημοκρατία χωρίς Κράτος Δικαίου, δηλαδή χωρίς ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης βάσει του νόμου και χωρίς έλεγχο της εξουσίας βάσει των επιταγών του Συντάγματος. Και δεν υπάρχει Κράτος Δικαίου χωρίς τήρηση της διάκρισης των εξουσιών, ελευθερία του λόγου, λειτουργία αντιβάρων στη βούληση της πλειοψηφίας. Το Κράτος Δικαίου δεν ταυτίζεται με τη «λαϊκή κυριαρχία», αντίθετα την προστατεύει από καταχρήσεις και από την ύβριν.

Κι όμως: για τον ΣΥΡΙΖΑ «δίκαιο» ήταν αυτό που θεωρούσε ή επιθυμούσε η κυβέρνηση και το «κράτος» της ταυτιζόταν με την ίδια. Τα παραδείγματα ήταν πολλά, εκτάθηκαν σε όλα τα πεδία και αποτελούν το ευκρινέστερο ίχνος, και μαζί την πιο σκοτεινή παρακαταθήκη, ολόκληρης της περιόδου διακυβέρνησης από το 2015 έως σήμερα.

Εκείνοι, με πρώτον τον Πρωθυπουργό, που φιλοδοξούσαν να είναι «κάθε λέξη του Συντάγματος», συχνά αγνόησαν κι ακόμα συχνότερα παραβίασαν βασικές του αρχές και διατάξεις. Η διάκριση των εξουσιών, ο σεβασμός της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, η προστασία των μειοψηφιών έμειναν γράμμα κενό, ενώ οργανώθηκε ένα εντελώς παράνομο δημοψήφισμα τον Ιούνιο του 2015. Αλλά και η ίδια η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος διεξήχθη με τρόπο εξόχως προβληματικό: κατατέθηκε αρχικά μια ιδεοληπτική - μπολιβαριανής λογικής - πρόταση της πλειοψηφίας, δημιουργήθηκε μια εξωθεσμική «Επιτροπή διαβούλευσης» (το ότι δεν έκανε τίποτα δεν την καθιστά πιο νόμιμη), η πρόταση επανήλθε, μεταλλαγμένη προς το αρκετά λογικότερο, αλλά υπό ασφυκτικά περιθώρια συζήτησης, χωρίς διεκδίκηση συναίνεσης και με προσπάθεια δέσμευσης - που δεν πέρασε, γιατί δεν ήταν δυνατόν να περάσει - της δεύτερης Βουλής από τις προτάσεις της πρώτης.

Οι ρωγμές

Η κοινοβουλευτική λειτουργία υπέστη μεγάλες ρωγμές. «Aμυνα» της πρώτης και αξεπέραστης Προέδρου σε «μνημονιακά» νομοσχέδια που δεν της άρεσαν, εντελώς αστήρικτη προσπάθεια να συρθεί ολόκληρη η Βουλή στη λογική του «επαχθούς χρέους» (που δεν ήταν ούτε επαχθές, γιατί το είχε ζητήσει μόνη της η Ελλάδα, ούτε κατά παράβαση δικαίου, αφού στηριζόταν σε νομοθετήματα και ελεγχόταν από τα δικαστήρια), διαρκείς διαστρεβλώσεις και παραβιάσεις του Κανονισμού της Βουλής, στραβά μάτια στα «καπιταλιστικά» πόθεν έσχες ορισμένων υπουργών, εισαγωγή πληθώρας άσχετων διατάξεων και πράξεων νομοθετικού περιεχομένου από μια κυβέρνηση που είχε ρητά δεσμευθεί ότι θα έκανε το αντίθετο, συστηματική περιφρόνηση υπουργών για την υποχρέωση λογοδοσίας. Αποκορύφωμα υπήρξε βέβαιο το όργιο παρά φύσιν λειτουργίας, ρουσφετιών και κάθε είδους «διευκολύνσεων» του τελευταίου μήνα.

Η δικαστική εξουσία δέχτηκε πρωτοφανείς πιέσεις είτε με μεμονωμένες παρεμβάσεις (εμπλοκή υπουργού με ισοβίτη), είτε από το ενταγμένο στην κυβερνητική λειτουργία «ρασπουτινικό» κύκλωμα, είτε διά της καταλυτικής παρουσίας μιας πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου - υπηρεσιακής πρωθυπουργού - συμβούλου του Πρωθυπουργού - επικεφαλής ανεξάρτητης Αρχής (διαδρομή που από μόνη της συνιστά αντιθεσμικό μνημείο), είτε διά της επιλογής της ηγεσίας των δικαστηρίων (μελανό σημείο η πρόσφατη απόπειρα στον Αρειο Πάγο), είτε με αναγγελίες ή κριτικές αποφάσεων, είτε με «οδηγίες» προς δικαστές για άνοιγμα και κλείσιμο υποθέσεων, είτε μέσα από ιδεολογική προσέγγιση του ποινικού οπλοστασίου και επίδειξη υπερβολικής επιείκειας σε «πολιτικά» εγκλήματα. Οι ανεξάρτητες Αρχές είδαν ηγεσίες που δεν άρεσαν στην κυβέρνηση να οδηγούνται σε «παραίτηση» ή σε αδράνεια.

Μια σειρά κάμψεων της νομιμότητας με κυβερνητική πρωτοβουλία ή ανοχή είδαν το φως της μέρας και στη συνέχεια έμειναν στο σκοτάδι: επιχείρηση πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία, χρήση πόρων για την «υποδοχή» των μεταναστών (η Ευρωπαϊκή Αρχή κατά της Διαφθοράς ακόμα ερευνά), κατάτμηση οδικών έργων, απώλειες πόρων από τις συμφωνίες για ΤΡΑΙΝΟΣΕ (άξιζε 300 εκατομμύρια, πουλήθηκε για 48), Αεροδρόμιο Αθηνών (πήγε να πουληθεί 483 εκατομμύρια, υπολογίστηκε σε 1,115 δισ. από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή), έργα στο Θριάσιο Πεδίο, εξαγορά από τη ΔΕΗ άχρηστης εταιρείας στα Σκόπια και σταδιακή αλλά πλήρης απαξίωσης της εταιρείας.

Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης καταπιέστηκε ή πολεμήθηκε με πρωτοφανή για δημοκρατικό καθεστώς τρόπο. Εγινε προσπάθεια εκ βάθρων αλλαγής του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, ευθεία επίθεση κατά του πρώην συγκροτήματος ΔΟΛ, των εντύπων αλλά και της ιστορίας του, προσαγωγή στελεχών άλλης εφημερίδας για δημοσίευση ρεπορτάζ για τα κονδύλια του υπουργείου Αμυνας, ποδηγέτηση κρατικών Μέσων, διατυπώθηκαν απειλές ακόμα και εναντίον του πρώην συντρόφου Λαφαζάνη για τη στάση του έναντι των πλειστηριασμών, ύβρεις, συκοφαντίες και οργανωμένο «τρολάρισμα» κατά πολιτικών αντιπάλων και κριτικών φωνών.

Τρεις υποθέσεις

Τρεις εμβληματικές υποθέσεις συμπυκνώνουν τη βαθιά και πολυσχιδή κάμψη του Κράτους Δικαίου από την απερχόμενη κυβέρνηση. Η υπόθεση των ραδιοτηλεοπτικών αδειών, με την ανοιχτά αντισυνταγματική προσέγγιση της διαδικασίας αδειοδότησης, την αποδοχή προφανώς ακατάλληλων πιστοποιητικών από φίλιο υποψήφιο «καναλάρχη», τη διά ιδιωτικών «αποκαλύψεων» προσπάθεια επηρεασμού μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας και ολόκληρου του Δικαστηρίου, την ανήκεστο «κριτική» - λίβελο κατά της απόφασης που γκρέμισε το κυβερνητικό οικοδόμημα.

Η υπόθεση των τούρκων αξιωματικών, με την παρασκηνιακή υπόσχεση του Πρωθυπουργό στον τούρκο ομόλογό του περί απόδοσής τους στην Τουρκία και την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων που τους παραχωρούσαν άσυλο. Και η υπόθεση Novartis, με την ανοιχτά πολιτική στόχευση («πρέπει να πάνε φυλακή»), την αντισυνταγματική παραπομπή στη Βουλή, την κατάρρευση του κατηγορητηρίου και τη σταδιακή ανάδυση, με αποκαλύψεις που προέρχονται μέσα από την ίδια τη Δικαιοσύνη, του «στησίματος» μιας σκευωρίας.

Με αυτή την κυβερνητική λειτουργία και αυτά τα πραγματικά περιστατικά, δεν έχει, πιστεύω, νόημα να αναρωτηθούμε εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την Ελλάδα Ουγγαρία, δηλαδή την έθεσε ανοικτά εκτός ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου. Ακόμα και αν τυπικά δεν έφτασε σε αυτό το σημείο, έκανε κάτι πιο ασυγχώρητο: έφερε πίσω τη Δημοκρατία σε μια χώρα στην οποία κάθε δημοκρατική κατάκτηση είναι κοπιώδης όσο και πολύτιμη.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος