Ο αριθμός των νοσοκόμων παίζει καθοριστικό ρόλο για το βαθμό ικανοποίησης των ασθενών ενός νοσοκομείου, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη επιστημονική έρευνα, η οποία μάλλον επιβεβαιώνει το αυτονόητο: Όσο μικρότερος είναι ο αριθμός του νοσηλευτικού προσωπικού σε μια νοσοκομειακή πτέρυγα ή έτσι τουλάχιστον αντιλαμβάνονται οι ασθενείς, τόσο πιο δυσαρεστημένοι δηλώνουν.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων King"s College Λονδίνου, Σαουθάμπτον και Πενσιλβάνια, με επικεφαλής τον καθηγητή Πίτερ Γκρίφιθς, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «BMJ Open», ανέλυσαν στοιχεία για περισσότερους από 66.300 ασθενείς που νοσηλεύθηκαν σε 46 νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Βρετανίας και οι οποίοι απάντησαν σε σχετικά ερωτηματολόγια.

Μόνο το 14% των ασθενών δήλωσαν ότι η νοσηλεία τους ήταν εξαιρετική και υψηλού επιπέδου παρά την έλλειψη -ή και την παντελή απουσία- νοσοκόμων. Αντίθετα, το 57% των ασθενών που ανέφεραν επάρκεια νοσηλευτικού προσωπικού, έκριναν ως εξαιρετική και πολύ ποιοτική τη νοσηλεία τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά τη φήμη του βρετανικού ΕΣΥ, μόνο το 60% των ασθενών ανέφεραν ότι συνήθως υπήρχαν αρκετές νοσοκόμες και νοσοκόμοι σε διαθεσιμότητα. Το 10% ανέφεραν ότι ποτέ ή σπανιότατα υπήρχε γύρω τους αρκετό νοσηλευτικό προσωπικό.

«Οι ασθενείς δίνουν τόσο μεγάλη σημασία στο νοσηλευτικό προσωπικό, που όταν αυτό δεν είναι επαρκές, βαθμολογούν πολύ αρνητικά το νοσοκομείο τους», δήλωσε η δρ Λίντα "Αικεν του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια.

«Οι αποκλίσεις στη στελέχωση των νοσοκομείων του βρετανικού ΕΣΥ είναι τεράστιες. Όταν δεν υπάρχουν αρκετοί επαγγελματίες νοσηλευτές και διάφορα πράγματα δεν γίνονται, οι ασθενείς το προσέχουν και αυτό επηρεάζει αρνητικά την εμπιστοσύνη τους στην ποιότητα του νοσοκομείου και της νοσηλείας τους» ανέφερε ο Γκρίφιθς.

Παραδόξως, η Βρετανία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά νοσηλευτών ανά νοσοκομειακή κλίνη στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τη μελέτη, σε κάθε νοσοκόμο αντιστοιχούν 5,6 έως 11,6 ασθενείς, ανάλογα με το νοσοκομείο.

Τα δύο τρίτα του νοσηλευτικού προσωπικού (65%) παραδέχθηκαν ότι δεν έχουν αρκετό χρόνο για να μιλήσουν με τους ασθενείς ή τους συγγενείς, ώστε να τους ανακουφίσουν ή να τους ενημερώσουν.