Στην πολιτική δεν υπάρχουν ίσες αποστάσεις μεταξύ των κομμάτων. Ούτε ίσες ούτε σταθερές. Οι αποστάσεις ενός κόμματος από τα άλλα τροποποιούνται και καθορίζονται από τις μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες, τη θέση του στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, τον προγραμματικό του λόγο, τις πολιτικές επιλογές των άλλων κομμάτων.
Ενα κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση δεν μπορεί παρά να έχει ως κύρια αποστολή την άσκηση αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό αναπόφευκτα αυξάνει την απόστασή του από τα κυβερνώντα κόμματα. Πολύ περισσότερο όταν το «χωρίζει άβυσσος» από την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. Αυτό όμως δεν σημαίνει προσχώρηση στον λαϊκισμό τού «όχι σε όλα» εις βάρος της υπευθυνότητας και της γλώσσας της αλήθειας που πρέπει να χαρακτηρίζουν ένα σύγχρονο δημοκρατικό κόμμα. Ούτε σημαίνει αναγκαστική πρόσδεση σε άλλα αντιπολιτευτικά κόμματα στο όνομα της αντιπολίτευσης. Γι' αυτό και η επίκληση των ίσων αποστάσεων, είτε ως άλλοθι είτε ως μομφή, είναι προσχηματική.
Ομως, η αναγκαία πολιτική αυτονομία που πρέπει να διακρίνει κάθε κόμμα δεν προέρχεται τόσο από τη στάση του απέναντι στα άλλα κόμματα όσο από τον δικό του προγραμματικό λόγο και από τη συνέπεια που τον υπηρετεί. Το πρόγραμμα κάθε κόμματος είναι που το οριοθετεί απέναντι στα άλλα κόμματα και με βάση το πρόγραμμα αυτό και τις πολιτικές που απορρέουν θα πρέπει να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τις θέσεις των άλλων κομμάτων στα «μικρά» και στα «μεγάλα» θέματα της πολιτικής. Μόνο έτσι δεν θα κινδυνεύει να χαρακτηρίζεται πότε ουρά του ενός και πότε του άλλου και μόνο έτσι δεν θα εξαναγκάζεται σε τακτικισμούς και συμψηφισμούς που θολώνουν το ιδεολογικοπολιτικό του στίγμα και υποσκάπτουν τις στρατηγικές του επιδιώξεις.
Ενα κόμμα όμως, για να ασκεί προγραμματική πολιτική με συνέπεια και συνέχεια, θα πρέπει να διαθέτει, εκτός από επεξεργασμένο πρόγραμμα, δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία ώστε να παράγει συλλογικά την πολιτική του, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο την αυτονομία του, αλλά και τη γόνιμη συνύπαρξη πλειοψηφικών και μειοψηφικών απόψεων. Για όλους αυτούς του λόγους η δημιουργία ενός ενιαίου φορέα της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης μέσα από ένα ανοιχτό προς όλους συνέδριο, που έχει ήδη αποφασίσει η Δημοκρατική Συμπαράταξη για το 2017, καθίσταται μέρα με την ημέρα όλο και πιο επιτακτική.
Ο Γιάννης Τούντας, καθηγητής Ιατρικής, είναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής των Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία και του Κεντρικού Συντονιστικού Συμβουλίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης