Ενα εξώφυλλο που μοιάζει να αιμορραγεί και ένας τίτλος που, αν μη τι άλλο, προβληματίζει: «Δεν πέθανα εγκαίρως». Η αλήθεια είναι ότι με την πρώτη ματιά ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν θα σκεφτεί με ποιον μπορεί να σχετίζεται το βιβλίο. Διότι ναι μεν το αιματοβαμμένο εξώφυλλο με τα σκόρπια ανθρώπινα μέλη θυμίζει έργο του Κώστα Τσόκλη, αλλά και πόσα βιβλία δεν έχουν ένα έργο τέχνης ως κράχτη;
Οι πρώτες σελίδες όμως αποκαλύπτουν ότι ο συνδυασμός του κατακόκκινου έργου και του με διάθεση πρόκλησης τίτλου έπρεπε να τον υποψιάσουν. Και να τον κάνουν να σκεφτεί ότι στο βιβλίο η συγγραφέας Ρέα Βιτάλη ενδέχεται να κρύβει τον πρωτοπόρο καλλιτέχνη που κατάφερε να κατακτήσει τον διεθνή εικαστικό κόσμο, αλλά και να προκαλέσει όσο λίγοι την ελληνική κοινωνία με τις τολμηρά διατυπωμένες απόψεις του.
Η αλήθεια είναι ότι σε 134 σελίδες τα 85 χρόνια της ασφυκτικά γεμάτης ζωής του καλλιτέχνη δεν χωράνε σε καμία περίπτωση. Στιγμιότυπα μόνο. Ιστορίες δοσμένες με τη σειρά, περιστατικά δεμένα μεταξύ τους, που δεν αφήνουν χάσματα. Εικόνες παραδομένες στη δύναμη του μεγεθυντικού φακού, που άλλοτε αξίζει να βρεθούν στο εύρος λήψης του επειδή είναι σημαντικές και άλλοτε μοιάζουν δευτερεύουσες που όμως έχουν την αξία του χαριτωμένου, του μικρού μυστικού ή της ανέκδοτης λεπτομέρειας και χαρίζουν την ηδονή της κλειδαρότρυπας στον αναγνώστη που αποφασίζει να κοιτάξει τη ζωή του Κώστα Τσόκλη.
Ενα βιβλίο που μοιάζει λιγότερο με βιογραφία και περισσότερο με μυθιστόρημα, το οποίο έχει βασιστεί στη ζωή του καλλιτέχνη για δύο λόγους: τόσο επειδή η ίδια η διαδρομή του Κώστα Τσόκλη έχει έντονα μυθιστορηματικά στοιχεία - ένα φτωχόπαιδο μιας εννεαμελούς οικογένειας που δεν είχε παπούτσια να φορέσει και κατέληξε να σφάζονται στην ποδιά του οι σπουδαιότερες γκαλερί της Ευρώπης - όσο και επειδή η ίδια η γραφή, η οποία ακόμη και όταν κοιτάζει τον Τσόκλη σαν να τον παρατηρεί και μιλά γι' αυτόν στο τρίτο πρόσωπο, ταυτίζεται μαζί του. Περιγράφει τα πράγματα όχι ως αυτόπτης μάρτυς αλλά μέσα από το δικό του βλέμμα. Με άλλα λόγια, αισθάνεσαι ότι μιλάει ο ίδιος ο καλλιτέχνης πότε σε πρώτο και πότε σε τρίτο πρόσωπο. Μόνο που η γλώσσα κάποιες φορές δεν είναι η δική του - εκείνη η αδρή και γεμάτη βωμολοχίες τις ώρες της εξομολόγησης. Είναι λίγο πειραγμένη, ίσως για να ανταποκριθεί στις συνθήκες που απαιτεί ένα βιβλίο ευρείας κυκλοφορίας, χωρίς να φείδεται ζωντάνιας. Κάπως έτσι, με γλώσσα ευκολοδιάβαστη και λόγο σχεδόν προφορικό, ξεδιπλώνεται το κουβάρι της ζωής του Κώστα Τσόκλη. Από την εποχή που το παρατσούκλι του ήταν τεντάς επειδή ένα τσουλούφι έπεφτε στα μάτια του και που κάποιος του πρότεινε σεξουαλική συνεύρεση για ένα δίφραγκο, ποσό που κέρδισε λίγο αργότερα - μαζί με την εκτίμηση του πατέρα του - ζωγραφίζοντας έναν τσολιά. Εκεί στις πρώτες σελίδες ξεδιπλώνονται μαζί και τα παιδικά τραύματα. Η μία και μοναδική αγκαλιά από την άβουλη μητέρα. Η απαξίωση από τον γυναικά πατέρα που τον πείσμωσε και τον έκανε να πει: «Κάποτε θα σου δείξω εγώ». Ο πόνος για το σχολείο που αναγκάστηκε να σταματήσει. Τα φτερά που προσπάθησε να του κόψει ο ταλαντούχος αλλά μέθυσος Γιώργος Βακιρτζής. Τα παπούτσια από λάστιχο αυτοκινήτου που του έκλεψαν και εξαιτίας τους κλείστηκε για καιρό στο σπίτι.
Και ύστερα ο κύκλος μεγαλώνει. Το παιδικό τσούρμο μεταμορφώνεται σε εικαστική παρέα. Ο Τσόκλης γίνεται αγαπημένο παιδί του Γιάννη Μόραλη. Ερωτεύεται. Χάνει την πρώτη του αγάπη όταν οι δικοί της την «εξορίζουν» στην Τήνο. Τη δεύτερη όταν η οικογένειά της την παντρεύει με κάποιον «καθωσπρέπει» και για χάρη της ακρωτηριάζεται. Κόβει με το μαχαίρι το μικρό δάχτυλο του χεριού του, ίσως επειδή είχε ως πρότυπό του τον Βαν Γκογκ.

Ερωτες και Παζολίνι
Συμπλέγματα, ελαττώματα, κρυφές σκέψεις και ανομολόγητοι έρωτες - με σημαντικότερο αλλά και διακριτικά παρουσιασμένο εκείνο τον αμφίδρομο όπως αποκαλύπτεται για τη νυν σύζυγό του Ελένη από την πρώτη στιγμή που την είδε κι ας ήταν το κορίτσι και μετέπειτα σύζυγος του φίλου του Μίμη Κοντού - έχουν βρει τη θέση τους στις σελίδες με μια εξομολογητική διάθεση. Διάθεση που δεν μπορεί όμως να πνιγεί από την ίδια τη φύση του Τσόκλη, τη γεμάτη πάθος και θεατρικότητα στην έκφραση, που κάποιες φορές σε κάνει να προβληματίζεσαι αν έχει φτάσει στην απόλυτη ειλικρίνεια ή αν όλες αυτές οι παραδοχές που αφήνει σαν χείμαρρο να κυλούν από μέσα του είναι κομμάτια ενός ρόλου, εκείνου του καλλιτέχνη. Ο γάμος του με την αδελφή της Ελένης, Φάνια και ο ξαφνικός θάνατός της, η κόρη του Μάγια (κρατά μικρό ρόλο στην ιστορία), η τόλμη του να χτυπήσει την πόρτα μεγάλων γκαλερί, οι απογοητεύσεις και η καταξίωση. Κι όλα αυτά χωρίς πικάντικα εικαστικά κουτσομπολιά, αλλά με μια διάθεση αυτοκριτικής την οποία επιτρέπει η απόσταση του χρόνου, αλλά και με μια τάση προβολής που ενέχει η φύση του καλλιτέχνη (χαρακτηριστική είναι η αναφορά ότι ο Μπρούνο Κόρα ταύτισε την προσωπικότητα του Τσόκλη με του Παζολίνι).
Οσο το κείμενο τρέχει προσπαθώντας να διαχειριστεί τον χείμαρρο Τσόκλη τόσο ο αναγνώστης ανακαλύπτει τον καλλιτέχνη όπως τον έχει πλάσει η μυθιστορηματική ή η κινηματογραφική φαντασία του: γεμάτος πάθη, να βιώνει ίντριγκες, να προδίδει και να προδίδεται, να μην τιθασεύει την ερωτική του ορμή, να δημιουργεί και να καταστρέφει με την ίδια ένταση. Ενας άνθρωπος που όταν διηγείται τη ζωή του καμαρώνει για τα κατορθώματά του, κρίνει τις επιλογές του, αλλά ώρες ώρες απορεί κιόλας πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα σαν να μην πιστεύει ούτε ο ίδιος την πορεία του.

Ρέα Βιτάλη
Δεν πέθανα εγκαίρως
Εκδ. Διόπτρα, 2015, σελ. 152
Τιμή: 14 ευρώ