Πριν από 42 χρόνια, σε μια από τις πρώτες μου διαλέξεις που εν συνεχεία δημοσιεύτηκε, είχα αποπειραθεί μια τολμηρή παράλληλη ανάγνωση των Αισχύλου – Μπέκετ. Είχα τότε υποστηρίξει πως οι δύο αυτοί πνευματικοί τιτάνες αποτελούσαν την αρχή και το τέλος του τραγικού με την έννοια ότι ο Μπέκετ ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο τελευταίος τραγικός. Είχα τότε στηρίξει τη θεωρία μου πάνω σε δύο θεμελιώδη κείμενα των δύο ποιητών, τον «Προμηθέα δεσμώτη» και το «Τέλος του παιχνιδιού».

Οταν αργότερα είχα την ευκαιρία να δω την παράσταση του Μινωτή και διατύπωνα πλέον θεσμικά την άποψή μου (την παράσταση του Κουν την είχα δει, αλλά τότε δεν είχα δημόσια φωνή) επεξέτεινα τη σύγκριση, αλλά συμπλήρωσα τη θεωρητική μου βάση με παραπομπές στον βιβλικό «μύθο» της κιβωτού του Νώε!

Ας μείνουμε στην πρώτη παραλληλία. Στον αισχυλικό «Προμηθέα» ο καθηλωμένος στον Καύκασο ημίθεος δέχεται διάφορες επισκέψεις στην ερημιά του, τον Ωκεανό, την Ιώ, τον Ερμή. Το τοπίο είναι η ερημιά του κόσμου, στα σύνορα του Σύμπαντος, ένας βράχος και γύρω η θάλασσα, απ’ όπου τον επισκέπτονταν ως Χορός οι Ωκεανίδες που άφησαν τις βουερές σπηλιές και έσπευσαν να συμπαρασταθούν στον πάσχοντα ήρωα.

Στο «Τέλος του παιχνιδιού» ένας καθηλωμένος σε αναπηρική πολυθρόνα τυφλός γέροντας είναι αποκλεισμένος σ’ έναν ανοίκειο χώρο (όπως περιγράφει τον κόσμο ο Εμπεδοκλής), περικυκλωμένος από τα ανεβασμένα ύδατα ενός κατακλυσμού όπως στην κιβωτό του Νώε.

Η μόνη του επαφή είναι ο «Χορός» των δύο γονιών παγιδευμένων μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες και ο δικός του αγγελιαφόρος Ερμής, ο Κλοβ, ένας κλόουν που αντίθετα με τον καταδικασμένο στην ακινησία της αναπηρικής πολυθρόνας Χαμ είναι καταδικασμένος να κινείται συνεχώς και να μην μπορεί να καθήσει.

Στον Αισχύλο η τραγωδία του ανθρώπου βρίσκεται στην αρχή της. Ο άνθρωπος βγαίνει από την επικράτεια της φύσης και την ανάγκη των ενστίκτων και αρχίζει να αρθρώνει το αλφαβητάρι του πολιτισμού. Συγκροτεί θεσμούς και συστήματα, θεωρίες και στρατηγικές ελεγχόμενα από μια ευέλικτη συνείδηση βίου.

Εφευρίσκει γλώσσα, γραφή, αριθμητική, οικοδομική τέχνη, εμπόριο, γεωργία, εξημέρωση των ζώων, φάρμακα και απόπειρες μέσω της ανάγνωσης φανερών και απόκρυφων σημείων να προσεγγίσει τα μελλούμενα. Εχοντας μνήμη γράφει ιστορία, όντας μιμητικό «ζώον» συγκροτεί κώδικες παιδείας, τέχνης κ.τ.λ.

Υπόκειται όμως στην εξουσία του θείου, το οποίο έχει τα μέσα να περιορίζει, να τιμωρεί, να κατευθύνει, να συγχωρεί και να εξουθενώνει.
Αυτό είναι το παιχνίδι του κόσμου, που στις μέρες μας έγινε το θεωρητικό ερμηνευτικό κλειδί του τελευταίου έλληνα μετα-φιλοσόφου, του Κώστα Αξελού. Αυτό το παιχνίδι, που άρχισε με τον αξεπέραστο Ηράκλειτο, τον πρώτο που συνέλαβε τον χρόνο σαν ένα παιδί που παίζει ζάρια εισάγοντας στην ανθρώπινη ιστορία την τυχαιότητα, την απροσδιοριστία και τον σχετικισμό, είναι μια ιδέα που έχει στοιχειώσει την παγκόσμια σκέψη έκτοτε. Σήμερα, μάλιστα, που ακόμη και από αστόχαστους και ημιμαθείς ακούς συχνά για «διακύβευμα», κανείς δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί την ουσία του τραγικού που προϋποθέτει μια τέτοια παραδοχή.

Εξάλλου, από την εποχή που μπήκε στη ζωή μας με το κύρος της επιστήμης η Σχετικότητα, η συζήτηση, θα έλεγε κανείς, δραματοποιείται στον διάσημο διάλογο Αϊνστάιν – Νιλς Μπορ: «Ο Θεός δεν παίζει ζάρια» – «Πάψε να υπαγορεύεις στον Θεό τι θα παίζει»!Χωρίς την εισβολή στη συνείδηση της ανθρωπότητας της Θεωρίας της Σχετικότητας και εν συνεχεία της Απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ και των μεγάλων της γενιάς του, δεν θα είχαν εμφανιστεί στη φιλοσοφία ο ένθεος και ο άθεος υπαρξισμός.

Με βαθύ πρόγονο τον Πασκάλ, από τον Νίτσε και τον Κίρκεργκαρτ και έως τον Σαρτρ, τον Καμί, τον Βιντγκενστάιν μέσω του Χάιντεγκερ, ο άνθρωπος αγωνιά είτε στον Σταυρό είτε στα σταυροδρόμια του τυχαίου, άλλοτε μπλεγμένος στο δίχτυ της επανάληψης, άλλοτε καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, άλλοτε να συγκατοικεί μέσα στην κόλαση με τους Αλλους και άλλοτε να περιμένει αιωνίως σ’ ένα άνυδρο τοπίο τον Γκοντό!

Ο Μπέκετ, ο ιδιοφυής δραματουργός της υπαρξιακής αγωνίας που χαίρεται να παίζει το παιχνίδι της ύπαρξης είτε φλυαρώντας στα σταυροδρόμια της ερήμου, πάνω σ’ ένα αναπηρικό καρότσι, είτε χωμένος μέχρι τον λαιμό μέσα στα σκουπίδια, ξετυλίγοντας και απολαμβάνοντας τη ζωή του ως μαγνητοφωνημένη αφήγηση, επαναφέρει ως μίμηση πράξεως την αγωνία του ανθρώπου όπως την είδε ο Πασκάλ, ως αιώνια αγωνία του Χριστού πάνω στον Σταυρό, άρα χωρίς προσδοκία Ανάστασης, ως επανάληψη όπως ο Κίρκεργκαρντ, είτε ως αιώνια προσπάθεια του Σισύφου όπως στον Καμί είτε ως αιώνια περιπλάνηση όπως στον Αξελό είτε ως αιώνια κραυγή του ανθρώπου να φωνάζει στην έρημο όπως στον Καζαντζάκη.

Για πολλοστή φορά σημαντικοί άνθρωποι του θεάτρου μας καταπιάνονται με τα μεγάλα κείμενα του Μπέκετ παράλληλα με ξένους συναδέλφους τους. Είχα τολμήσει και άλλοτε να γράψω πως από τον εικοστό αιώνα στο μέλλον μόνο ο Μπέκετ και πιθανόν ο Πίντερ θα διασωθούν.

Ο Κώστας Καζάκος είναι από τους μέγιστους ηθοποιούς μας που είχε καθήκον και να μυηθεί και να μας μυήσει στον Μπέκετ και κυρίως στο «Τέλος του παιχνιδιού», αφού παλιότερα είχε ερμηνεύσει μαζί με τον Π. Φιλιππίδη το «Περιμένοντας τον Γκοντό».
Τώρα, σε νέα σημαίνουσα μετάφραση Οδ. Νικάκη, σκηνικά και κοστούμια Φ. Πατρικαλάκη, φωτισμούς Θ. Σταυρόπουλου, ανέθεσε τη σκηνοθεσία σ’ έναν νέο και φερέλπιν, διαβασμένο, σοβαρό και μετρημένο σκηνοθέτη – θεατρολόγο, τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο, και ο Μπέκετ λειτούργησε κυρίως ως είρων και κυνικός αλλά στο βάθος τρυφερός αλλά και τραγικότατος φιλάνθρωπος. Το ζεύγος των εγκιβωτισμένων γονέων, ιλαροτραγικών κλόουν έπαιξαν έξοχα ο Μωρόγιαννης και η Νίνα Γιαννίδη.
Ο Κωνσταντίνος Καζάκος (Κλοβ) με έξοχη φιγούρα και σχεδόν χορευτικά στρεβλή κίνηση και ανώριμο παιδικό λόγο έπεισε πως έχει δυνάμεις για σημαντικά πράγματα. Ο Κώστας Καζάκος (Χαμ) ανέπτυξε με κύρος την κλοουνερί που ισορροπεί στο τεντωμένο σκοινί, ανάμεσα σ’ ένα μπεκετικότατο πηγαινέλα κλάμα μωρού και ρόγχο θανάτου!

Συγγραφέας:

Σάμιουελ Μπέκετ

Μετάφραση:

Οδυσσέας Νικάκης

Σκηνοθεσία:

Λεωνίδας Παπαδόπουλος

Σκηνικά-κοστούμια:

Φαίδων Πατρικαλάκης

Παίζουν:

Κώστας Καζάκος, Κωνσταντίνος Καζάκος, Γιώργος Μωρόγιαννης, Νίνα Γιαννίδη

Θέατρο Τζένη Καρέζη

Ακαδημίας 3,τηλ. 210-3636.144