Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος ακρόασης για να υποψιαστεί ακόμα και ένας νεοφώτιστος ότι ο Λι Κόνιτζ είναι ένας μάστορας του αυτοσχεδιασμού. Ισως γιατί από τότε που εγκατέλειψε το κλαρινέτο για χάρη του σαξοφώνου, έφηβος γιος εβραίων μεταναστών στο Σικάγο, πρώτα στράφηκε στην αυθόρμητη φρασεολογία και μετά στην ενδεδειγμένη αποστήθιση κλασικού τζαζ ρεπερτορίου. Σύντομα στην καριέρα του, οι ειδικοί αναγνώριζαν ότι αναζητεί την ουσία κάθε στιγμής και σύμπραξης, αντανακλώντας την εκάστοτε ατμόσφαιρα, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι οι ακροατές στην τρέχουσα περιοδεία του ακούν μελωδίες που αντανακλούν χαρακτηριστικά των χωρών τους. Ο αυτοσχεδιασμός λειτουργεί ενίοτε πιο εσωτερικά. «Αν το κοινό είναι δεκτικό και πρόθυμο, συνεχίζουμε», λέει ο 87χρονος σαξοφωνίστας περιγράφοντας μια συναυλία του, «κι αυτό ισχύει είτε παίζεις στην Ευρώπη είτε στην Αφρική».
Οχι ότι δεν έχει εξωμουσικές επιρροές. Ακόμα και η μαριχουάνα ήταν αρχικά μία από αυτές, «αποφάσισα όμως ότι δεν θέλω να φτιάχνομαι τεχνητά και την επομένη να είμαι, αν με εννοείτε, χειρότερα από πριν». Υπάρχει επίσης κι άλλος τρόπος: «Οσα κάνεις μέσα στην ημέρα επηρεάζουν έναν αυτοσχεδιασμό και ενώ εντοπίζονται δύσκολα, ανοίγουν νέες πόρτες στη μουσική σου». Τη μεγαλύτερη επίδραση, φυσικά, την ασκούν άνθρωποι με ονόματα όπως Λένι Τριστάνο (στου οποίου την μπάντα έπαιξε, διδασκόμενος από αυτόν), Μάιλς Ντέιβις (τον συνόδευσε στο «Birth of the Cool») ή Τσάρλι Πάρκερ (στην ορχήστρα του Σταν Κέντον). Η σχέση του με τον τελευταίο αφορούσε και τρίτους, αφού ο Κόνιτζ τον μελετούσε μεν, παρέμενε όμως ένας από τους λίγους που δεν μιμούνταν τον ήχο του.
Προκαλώντας διάφορα σχόλια. «Ο Σόνι Στιτ με αντιπαθούσε, θεωρούσε ότι δεν ήμουν “hip” επειδή δεν έπαιζα σαν τον Τσάρλι, και δεν ήταν φιλικός» θυμάται με τη μεγαλοψυχία της ηλικίας του. Αλλοι πάλι έλεγαν ότι ανταγωνιζόταν τον «Μπερντ». Την ημέρα ωστόσο που ο Κόνιτζ λόγω δουλειάς έχανε τη γέννηση της κόρης του στο Σικάγο, «ο Τσάρλι ήρθε στο δωμάτιό μου, είπε “μάλλον χρειάζεσαι έναν φίλο” και έκατσε και φάγαμε μαζί».
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΙ. Ετσι κι αλλιώς, ο άνθρωπός μας θα διακρινόταν σιωπηλά αλλά σταθερά. Αρχικά στο ιδίωμα της cool jazz, την οποία υπηρέτησε με αριστουργήματα όπως «Subconscious-Lee» ή «Tranquility» και προσέγγισε με τον δικό του τρόπο. «Νομίζω ότι το “cool” ξεκινάει με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, που φυσικά δεν έπαιζε τζαζ, μας ενέπνευσε όμως να πειραματιστούμε με μεγάλες, μελωδικές γραμμές» λέει και προσθέτει στους προγόνους της τον Πολ Γουάιτμαν ή τον Μπιξ Μπάιντερμπεκε. Αργότερα κι έπειτα από κάποια διαλείμματα για ανασύνταξη στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, θα στρεφόταν περισσότερο στους ελεύθερους αλλά προσεκτικούς αυτοσχεδιασμούς και θα συνεργαζόταν με νεότερους ομοτέχνους του όπως ο Μπραντ Μέλνταου ή ο Μπιλ Φρίσελ. Εφτασε να θεωρείται «ζωντανός θρύλος», χαρακτηρισμός που τον χαροποιεί, «ειδικά ως προς το “ζωντανός”». Στην Αθήνα θα πραγματοποιήσει και σεμινάριο, τα όρια του οποίου, αφού πρόκειται για την πηγαία τέχνη του αυτοσχεδιασμού, γνωρίζει καλά. «Οταν εκπαιδεύεις νέους, τα πρώτα βήματα τους δείχνεις, ελπίζοντας να αντιληφθούν την αληθινή μουσική και να τη μελετήσουν» εξηγεί. «Στη συνέχεια εξελίσσονται όπως οι ξεχωριστοί ζωγράφοι ή αρχιτέκτονες. Εχουν το δικό τους στυλ, πρώτα όμως έμαθαν τα βασικά».

INFO: O Λι Κόνιτζ και η μπάντα του εμφανίζονται στο Half Note Jazz Club (Τριβωνιανού 17, Μετς) απόψε και αύριο στις 22.30, καθώς και την Κυριακή και τη Δευτέρα στις 21.30. Τιμές εισιτηρίων: 20, 25 και 30 ευρώ. Την Κυριακή στις 14.30 ο Λι Κόνιτζ θα πραγματοποιήσει σεμινάριο με τίτλο «Η τέχνη του αυτοσχεδιασμού». Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις, τηλ. 210-9213.310 και στην ιστοσελίδα www.halfnote.gr