Ενα πρωί η Βιρτζίνια Γουλφ περπατούσε στους διαδρόμους του Βρετανικού Μουσείου. «Τα ράφια των βιβλιοθηκών», έγραψε λίγο αργότερα, «καταρρέουν κάτω από έργα γραμμένα από καθηγητές, δασκάλους, κοινωνιολόγους, ιεροκήρυκες, μυθιστοριογράφους, δοκιμιογράφους, δημοσιογράφους, ανθρώπους που δεν κατείχαν άλλους τίτλους παρά αυτού του να μην είναι γυναίκες». Πώς θα ήταν η ιστορία του κόσμου αναρωτήθηκε – τόσο αυτή όσο και πολλοί ύστερα από εκείνη – εάν την έγραφαν γυναίκες; Εκείνες που στο πέρασμα των αιώνων δεν ξεχώρισαν ποτέ, δεν ηγήθηκαν χωρών, εκστρατειών ή εξεγέρσεων, εκείνες που έμειναν στα μετόπισθεν, που γεννούσαν και μεγάλωναν παιδιά σε σκληρές εποχές, που αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο των κοινωνιών τους, που γιάτρευαν σώματα και ψυχές, που καθρέφτιζαν τους άνδρες σε μέγεθος μεγαλύτερο από το κανονικό, που στήριζαν τις οικογένειές τους σε περιόδους κρίσης, που έγιναν ο καμβάς πάνω στον οποίο γράφτηκε η Ιστορία. Αυτές οι άγνωστες γυναίκες με την ταπεινή ματιά και την απεριόριστη δύναμη. Αυτές που περιέγραψε σ’ ένα ποίημά της η Μαρίνα Τσβετάγιεβα: «Κάτω από το σάλι/ σφραγισμένο σαν στόμα χρησμού/ το στόμα σου, πολλά μαντεύει…/ Γυναίκα, τι έχεις κάτω από το σάλι;/ Το μέλλον».