Η κυβερνητική συνεργασία είναι πολιτικό κεκτημένο για τη χώρα μας. Οφείλουμε, λοιπόν, να την προστατεύσουμε, κρατώντας την μακριά από κομματικές και προσωπικές σκοπιμότητες. Κυρίως, όμως, οφείλουμε να της προσδώσουμε ουσιαστικό περιεχόμενο.
Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, ακόμη και όταν διαθέτουν άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αποτελούν πλέον παρελθόν. Τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα απαιτούν συμπόρευση, συναίνεση, συνεννόηση και προ παντός βούληση. Καθιστούν επιβεβλημένη τη διαμόρφωση κοινών πολιτικών και προγραμματικών προσεγγίσεων.
Το κάθε κόμμα δεν μπορεί να προσέρχεται σε μια κυβερνητική συνεργασία, θέλοντας να επιβάλει τις απόψεις και τις προτάσεις του. Κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τη δυνατότητα να αναζητηθεί μια ενιαία πολιτική, η οποία θα εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. Οι ηγεμονικές διαθέσεις δεν συνάδουν με την κουλτούρα των συνεργασιών, του διαλόγου και κυρίως της σύνθεσης που πρέπει να επιδιώκουμε σε περιόδους ιδιαιτέρως κρίσιμες για τον τόπο, όπως η σημερινή.
Η απόφαση των ηγεσιών των δύο πρώην αντιπάλων - ΠΑΣΟΚ και ΝΔ - να συμπράξουν για τη σωτηρία της χώρας δείχνει αίσθημα υψηλής πολιτικής ευθύνης. Εξάλλου, γνωρίζουν πολύ καλά ότι το έργο που καλείται να επιτελέσει η δικομματική κυβέρνηση υπερβαίνει τα όρια των δυνατοτήτων του κάθε κόμματος. Συνιστά δύσκολο εγχείρημα εθνικής εμβέλειας.
Η αναστροφή της καθοδικής πορείας που ακολουθούσε η χώρα απαιτεί τολμηρές αποφάσεις, επιτυγχάνεται με επώδυνα αλλά αναγκαία μέτρα. Αν θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι στον τόπο και στους πολίτες, είμαστε αναγκασμένοι να ματώσουμε. Οποιος δεν αντιλαμβάνεται τη δραματική κατάσταση στην οποία περιήλθαμε είτε εθελοτυφλεί είτε λαϊκίζει. Ως εκ τούτου, οι αντιπολιτευτικές κορόνες και ο καταγγελτικός λόγος δεν εξυπηρετούν την ανάγκη κοινής προσπάθειας για την έξοδο από την κρίση.
Φυσικό είναι, βέβαια, το πρωτόγνωρο εγχείρημα της κυβερνητικής συμπαράταξης να αντιμετωπίζεται με εκατέρωθεν επιφυλάξεις. Αλλωστε, γαλουχημένοι επί χρόνια στη μονομέρεια και την αυταρέσκεια των αυτοδύναμων κυβερνήσεων δεν μπορούμε να προσαρμοστούμε εύκολα στα νέα δεδομένα. Οσο όμως η δικομματική κυβέρνηση ανεβάζει ταχύτητες, συνδέοντας τη δημοσιονομική εξυγίανση με την τόνωση της πραγματικής οικονομίας, τόσο θα γίνεται αρμονικότερη η συνεργασία και πιο αποτελεσματική η λειτουργία της.
Ωστόσο, η σύμπραξη των δύο κομμάτων δεν σημαίνει κατάλυση της πολιτικής αυτονομίας τους. Οι διαφορές τους είναι υπαρκτές και ουσιαστικές. Τα συγκυβερνώντα κόμματα δεν έθεσαν τον εαυτό τους σε χειμερία νάρκη, δεν αυτοευνουχίστηκαν. Ούτε εξισώθηκαν ή αφομοίωσε το ένα το άλλο. Το καθένα προβάλλει - ή οφείλει να προβάλλει - τον δικό του πολιτικό και ιδεολογικό λόγο, χωρίς να τον συγχέει με το κοινό προγραμματικό και κυβερνητικό πλαίσιο. Οι θέσεις και οι απόψεις τους κρίνονται και αξιολογούνται.
Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είναι δύο μεγάλες ιστορικές παρατάξεις που η καθεμία κουβαλά στις αποσκευές της το δικό της αξιακό, αλλά και κυβερνητικό φορτίο. Το κυβερνητικό τους παρελθόν δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο, ούτε μπορούν να το αποποιηθούν. Οι ίδιες επιλέγουν τον τρόπο αξιολόγησης και υπεράσπισής του. Οι πολίτες έχουν γνώση και κρίση. Μπορούν να αποφανθούν για την προσφορά και το έργο του κάθε πολιτικού σχήματος, όπως το έχουν κάνει και το κάνουν συνεχώς.
Ο Λεωνίδας Γρηγοράκος είναι αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών, βουλευτής Λακωνίας του ΠΑΣΟΚ