Η ζωή της Βανέσα Χέσλερ έχει κάτι από παραμύθι. Γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου του 1988 στη Ρώμη από μπαμπά αμερικανό και μαμά ιταλίδα. Παρέμεινε στην Ιταλία μέχρι τα οκτώ της χρόνια, οπότε η οικογένεια μετακόμισε στη γενέτειρα του πατέρα, την Ουάσιγκτον. Επέστρεψε στην Ιταλία το 2002 και άρχισε, ήδη από τα 15 της χρόνια, να εργάζεται ως μοντέλο. Πανέμορφη κοπέλα καθώς είναι, με «ατελείωτα» πόδια (ύψος 1,79, διαστάσεις 89-62-90, για όσους θέλουν λεπτομέρειες…) έγινε σύντομα «διεθνής».

Η ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΗΣ. Εχει πρωταγωνιστήσει σε τηλεοπτικά διαφημιστικά σποτ για τον Armani, τον Calvin Klein και τη L’Oréal, έχει εμφανιστεί σε έντυπες διαφημίσεις των Guess Jeans και Liu Jo, έχει φορέσει στις πασαρέλες ρούχα διάσημων οίκων, έχει γίνει εξώφυλλο γνωστών περιοδικών μόδας. Εχει επίσης φλερτάρει με τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη – και αν το πρώτο δεν είναι πολύ πρωτότυπο, δεδομένης της λατρείας της ιταλικής τηλεόρασης για τα μοντέλα, ο ρόλος της ελληνίδας πριγκίπισσας Ειρήνης που εξασφάλισε στην ταινία «Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες», πλάι στον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και τον Αλέν Ντελόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί και για πέταμα.
Το καλύτερο και πλέον προσοδοφόρο της συμβόλαιο, όμως, η Βανέσα το είχε κλείσει ως Αλίκη (Alice), το πρόσωπο της ομώνυμης εταιρείας παροχής Ιντερνετ που δραστηριοποιείται και στην Ιταλία και στη Γαλλία και στη Γερμανία. Χρόνια τώρα δελεάζει τους καταναλωτές να την προτιμήσουν, μέσα από σποτάκια στην τηλεόραση και γιγαντοαφίσες στους δρόμους. Αλλά την κακορίζικη μέρα που αποφάσισε να παραχωρήσει μια συνέντευξη στο ιταλικό περιοδικό «Diva e Donna», το παραμύθι σκοτείνιασε, σαν εκείνα του Τιμ Μπάρτον.
Στη συνέντευξή της, η Χέσλερ αποκάλυψε πως είχε για τέσσερα χρόνια σχέση με τον Μουτασίμ Καντάφι, τον πέμπτο κατά σειρά γιο και Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του λίβυου συνταγματάρχη, που συνελήφθη, όπως και ο πατέρας του, ενόσω προσπαθούσε να διαφύγει από τη Σύρτη στις 21 Οκτωβρίου, βρήκε, όπως και ο πατέρας του, βίαιο θάνατο στα χέρια των επαναστατικών δυνάμεων και τάφηκε στις 25 του ίδιου μήνα, όπως και ο πατέρας του, κάπου στη λιβυκή έρημο, αφού πρώτα εκτέθηκαν αμφότεροι στη Μισράτα σε μια μακάβρια παρωδία λαϊκού προσκυνήματος που προκάλεσε διεθνώς φρίκη.
«Δεν είχα καμία επαφή μαζί του από όταν ξέσπασε η εξέγερση», δήλωσε η Βανέσα, «αλλά η σχέση μας ήταν μια σχέση πάθους, μια πολύ όμορφη ιστορία αγάπης». Μέχρι εδώ όλα καλά, ή σε κάθε περίπτωση ανεκτά, μακριά από εμάς οι ηθικολογίες. Ο 33χρονος Μουτασίμ ήταν γνωστός πλέι μπόι, ήταν θρυλική η αγάπη του για τη μεγάλη ζωή, τις αποδράσεις στο Μονακό για το Γκραν Πρι, τις χριστουγεννιάτικες διακοπές στο νησί Σεν Μπαρτς της Καραϊβικής, την Μπιγιονσέ (την οποία πλήρωσε κάποτε ένα εκατομμύριο δολάρια για μια «ιδιωτική» συναυλία) και τα μοντέλα εξ Ευρώπης, που πάντα τον συνόδευαν όταν έκλεινε ορόφους ολόκληρους ξενοδοχείων σε Παρίσι και Λονδίνο. Τον περασμένο Αύγουστο, όταν έπεσε η Τρίπολη, είχε κοντά του την Ταλίτα βαν Ζον, μοντέλο από την Ολλανδία, η οποία κατά δήλωσή της είχε μια σύντομη – τρίμηνη – ερωτική σχέση μαζί του το 2004∙ η σχέση έληξε όταν η Ταλίτα συνειδητοποίησε πως ο Μουτασίμ «είχε κι άλλες» αλλά έκτοτε έμειναν, λέει, καλοί φίλοι. Ο Μουτασίμ την έλουζε με δώρα, της είχε αγοράσει, πάντα κατά δική της δήλωση, όλες τις τσάντες που κυκλοφορεί ο οίκος Louis Vuitton. Κάποτε, η Ταλίτα τον ρώτησε πόσα ξοδεύει γενικότερα και εκείνος, μετά από σκέψη, της απάντησε «δύο εκατομμύρια δολάρια». «Τον χρόνο;» τον ρώτησε. «Τον μήνα», της απάντησε.
Αλλά την τελευταία φορά που η Ταλίτα είδε τον Μουτασίμ Καντάφι ήταν διαφορετικός. Είχε αφήσει μούσι, καθόταν σε έναν καναπέ φορτωμένο με αυτόματα όπλα, τον φρουρούσαν «αγέλαστα 16χρονα αγόρια με οπλοπολυβόλα», τα μάτια του ήταν «ψυχρά», «έδειχνε, για πρώτη φορά, ικανός να σκοτώσει». Η εξέγερση είχε μετατρέψει τον αιώνιο πλέι μπόι, που είχε επιχειρήσει το 2001 – λένε οι φήμες – να ανατρέψει τον πατέρα του, για να περάσει τα επόμενα τέσσερα χρόνια σε δυσμένεια στην Αίγυπτο, σε πολεμιστή. Ο Μουτασίμ είχε πάντα «θέματα» και με τον Σαΐφ αλ Ισλάμ, τον μεγαλύτερο γιο και προαλειφόμενο ως διάδοχο του Καντάφι, που εξακολουθεί να διαφεύγει, και με τον μικρότερο αδελφό του Χαμίς, τον επικεφαλής της ομώνυμης, διαβόητης, ταξιαρχίας: ίσως να έβλεπε την εξέγερση ως μια ευκαιρία να αποδείξει τα προσόντα του και να διαδεχθεί εκείνος τον πατέρα του.
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι αντάρτες μπήκαν στην Τρίπολη, ο Μουτασίμ εξαφανίστηκε και η Ταλίτα φυγαδεύτηκε με ένα κομβόι προς Τυνησία. Αλλά το κομβόι έπεσε σε ενέδρα των ανταρτών, όπως όπως επέστρεψε στην Τρίπολη και η Ταλίτα ανατέθηκε στη φύλαξη κάποιας αξιωματούχου του καθεστώτος σε ένα πεντάστερο ξενοδοχείο. Μόλις όμως οι αντάρτες έφτασαν εκεί, η αξιωματούχος έσυρε τη νεαρή Oλλανδή ενώπιόν τους κι εκείνη, μέσα στην τρομάρα της, νόμισε από τα λεγόμενά τους (έπιασε τη λέξη «βενζίνη») πως σκόπευαν να την κάψουν ζωντανή. Πήδηξε λοιπόν από το μπαλκόνι του δωματίου της, έσπασε ένα χέρι, μεταφέρθηκε από το προσωπικό του ξενοδοχείου, μέσα από δρόμους παραδομένους στις μάχες, στο νοσοκομείο, και λίγες ημέρες αργότερα έφυγε με ένα πλοίο μισθωμένο από ανθρωπιστική οργάνωση για τη Μάλτα και έκανε την αυτοκριτική της (στην «Κυριακάτικη Τέλεγκραφ»): «Το να πάω στη Λιβύη εν μέσω πολέμου ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου».

ΤΟ ΛΑΘΟΣ. Το πρόβλημα με τη Βανέσα Χέσλερ είναι πως δεν μίλησε για «λάθος». Και δεν περιορίστηκε στα προσωπικά της – για τα οποία, αντίθετα με την Ταλίτα, δεν είπε (είναι η αλήθεια) και πολλές λεπτομέρειες -, αποφάσισε να εκφέρει άποψη και για τα πολιτικά. «Εμείς, η Γαλλία και η Βρετανία, χρηματοδοτήσαμε τους αντάρτες αλλά ο κόσμος δεν ξέρει τι κάνουν», δήλωσε. «Η οικογένεια Καντάφι δεν είναι όπως την παρουσιάζουν, είναι φυσιολογικοί άνθρωποι, πολύ απλοί, σαν εσάς κι εμένα. Αυτή τη στιγμή, όλα με αηδιάζουν, όλα εκτός από τη Λιβύη. Κλαίω για τη Λιβύη, δεν μπορώ να πιστέψω πως είναι αλήθεια».
Η Βανέσα Χέσλερ δεν είναι πια η Αλίκη. Η μαμά εταιρεία της τελευταίας, η (γερμανική) Telefonica, την απέλυσε με συνοπτικές διαδικασίες. The end.