Παρά την άγρια φύση του, το τσιτάχ – ελληνιστί γατόπαρδος – µπορεί να γίνει ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Και αυτό, γιατί το σαρκοφάγο αιλουροειδές που ζει στις ερήµους της Αφρικής, µπορεί να εξηµερωθεί µε καταπληκτική ευκολία.
Αυτό ακριβώς συνέβη µε τα τσιτά της φωτογραφίας, που έχουνβγει για κυνήγι µε τονγητευτή τους , µέλος της φυλής Σαν, στην έρηµο Καλαχάρι.
Οταν ήταν ακόµη γατούλες, πριν από πέντε χρόνια, λαθροθήρες πυροβόλησαν τη µητέρα τους. Τη φροντίδα τωνµικρών τσιτά – ένα αρσενικό και δύο θηλυκά – ανέλαβαν οι Σαν. Σήµερα, µαζί µε άλλα ορφανά – λιοντάρια, λεοπαρδάλεις, άγριους σκύλους και µπαµπουίνους – ζουνστο Ασυλο Αγριας Ζωής Naankuse, στη Ναµίµπια, υπό την προστασία 20 µελών της φυλής Σαν.
Ως µωρά, τα τσιτάχ κοιµόνταν σε κουβέρτες κι έπαιζαν µε πλαστικά ποντίκια. Τώρα που µεγάλωσαν, οι µεγάλες«άγριες γάτες» παραµένουν ήµερες, τόσο που όχι µόνο επιτρέπουνστα αφεντικά τους να τις χαϊδεύουν κάτω από τον λαιµό, αλλά το απολαµβάνουν µε νάζι. Οταν οι γητευτές τούς πετούν ένα κοµµάτι σκοινί, τεντώνουν τα πόδια τους και σαν σίφουνες τρέχουν να το πιάσουν – τα τσιτάχµπορούν να διανύσουν 100 µέτρα σε µόλις 4,5 δευτερόλεπτα, γεγονός που τα καθιστά τα πιο γρήγορα χερσαία ζώα.
Βλέπουν τηλεόραση. Εξακολουθούν επίσης να πηγαίνουν στο σπίτι της Μαρλίς βανΒούουρεν, που ίδρυσε το άσυλο το 2007, να κουρνιάζουν και να βλέπουν µαζί της τηλεόραση. Στη φάρµα των γονιών της όπου µεγάλωσε, στη Ναµπίµπια, η 35χρονη βαν Βούουρεν περιέθαλπε για περισσότερα από 30 χρόνια ορφανά και τραυµατισµένα ζώα.
Η άριστη επικοινωνία δεν είναι το µόνο που µοιράζονται τα µέλη της φυλής Σαν µε τα τσιτάχ. Και οι µεν και τα δε αντιµετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο εξαφάνισης: περίπου 35.000
µέλη της φυλής και 12.000-15.000 τσιτάχ έχουν αποµείνει στα άγρια αφρικανική γη.