Ηρθε κι έπεσε σαν βόμβα στη χουντοκρατούμενη Αθήνα: η πρεμιέρα της «Οπερας του ζητιάνου» του Τζον Γκέι σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη. Μια αντιστασιακή πράξη. Ταυτόχρονα σηματοδοτούσε την εμφάνιση του «Ελεύθερου Θεάτρου»
που κάτι εντελώς καινούργιο κόμισε στη θεατρική ζωή του τόπου. Σαράντα χρόνια συμπληρώθηκαν χτες
Μαύρη χούντα. καλοκαίρι του 1970 και η Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών, τριάμισι χρόνια ήδη ζει στο… άπλετο σκότος της χούντας των συνταγματαρχών.
Και ξαφνικά εκείνο το δύσκολο καλοκαίρι πέφτει σαν βόμβα το «Ελεύθερο Θέατρο». Ηταν 3 Σεπτεμβρίου- σαν χτες, σαράντα ακριβώς χρόνια πριν- όταν θα κάνει την πρεμιέρα του: «Η όπερα του ζητιάνου» του Τζον Γκέι από το μακρινό 1728 έρχεται να συναντήσει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ιδρυτικά μέλη της ομάδας, νέοι ηθοποιοί, φρέσκοι απόφοιτοι της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, ενισχυμένοι στη διανομή και με άλλους νέους- κανείς τους δεν ξεπερνούσε τα 28- και σκηνοθέτης ο ανερχόμενος τότε Γιώργος Μιχαηλίδης.
Η πρεμιέρα εκείνη έμελλε να σημαδέψει την ελληνική θεατρική σκηνή. Το «Ελεύθερο Θέατρο», πέρα από πράξη αντιδικτατορική, έδωσε ένα καινούργιο στίγματης ομαδικότητας πάνω απ΄ όλα. Και έστω αλλάζοντας ρότα αργότερα, έστω στρεφόμενο βασικά στην ανανέωση της επιθεώρησης, έστω αντικαθιστώντας μετά από δέκα χρόνια- το 1980-και το όνομά του «Ελεύθερο Θέατρο» με το «Ελεύθερη Σκηνή», έδωσε ανθρώπους που οδήγησαν και οδηγούν ακόμα τις τύχες του ελληνικού θεάτρου.
Στην πρεμιέρα αυτή επικεντρώνεται το σημερινό μας αφιέρωμα με αφορμή τα σαράντα χρόνια που έκλεισαν χτες.
Τέσσερα από τα έξι ιδρυτικά μέλη του «Ελεύθερου Θεάτρου»- Κώστας Αρζόγλου, Υβόνη Μαλτέζου, Αννα Μιχαλιτσιάνου και Μηνάς Χατζησάββας-, ο Γιώργος Κοτανίδης που ανήκε στη δεύτερη φουρνιά η οποία μπήκε στην ομάδα- το φωτογραφικό υλικό από τον Γιώργο Κοτανίδη προέρχεται και τον ευχαριστώ- και ο σκηνοθέτης της «Οπερας του ζητιάνου» Γιώργος Μιχαηλίδης με βοήθησαν με τις μαρτυρίες τους να φωτίσω τη στιγμή αυτή.
Ολα ξεκίνησαν από τη δραματική του Εθνικού. Ο Κώστας Αρζόγλου, η Υβόνη Μαλτέζου, ο Νίκος Σκυλοδήμος που δεν υπάρχει πια και ο Μηνάς Χατζησάββας, συμμαθητές στη γερή τάξη που αποφοίτησε το 1969, ο Δημήτρης Καμπερίδης, ο Γιώργος Κοτανίδης, η Αννα- Αννέτα τότε – Μιχαλιτσιάνου, η Χριστίνα Σιμοπούλου και ο Γιώργος Σαμπάνης – οι δύο τελευταίοι επίσης δεν υπάρχουν πια- από την τάξη του ΄70 είναι η παρέα που συζητάει με τις ώρες για έναν θίασο που θα μπορούσαν να κάνουν μετά την αποφοίτησή τους.
«Η ιδέα ξεκίνησε από τον Αρζόγλου», λέει ο Μηνάς Χατζησάββας. «Ηταν κατά κάποιο τρόπο το κεφάλι της ομάδας. Σκεφτόταν παραπάνω, ήταν πιο προβληματισμένος…». «Ηταν δικτατορία τότε. Κι αυτό κατά ένα 50% καθόρισε τις επιλογές μας. Αποφάσισε η εποχή για μας» (Υβόνη Μαλτέζου).
Η Αννα Μιχαλιτσιάνου που αργότερα στράφηκε στη δημοσιογραφία δίνει τη δική της πιο «αισθησιακή» εκδοχή: «Είμαστε μία παρέα που λίγο πολύ είχαμε ερωτευτεί ο ένας τον άλλο από τη σχολή- νέοι ήμασταν-, ανταποκρινόμενοι στο πνεύμα της εποχής. Υπήρχε μία σύμπνοια που, μαζί με την ώσμωση στο τι συνέβαινε εκείνο τον καιρό στην Ελλάδα και στον κόσμο, μας ένωσε. Μια επιθυμία να κάνουμε κάτι που να ανταποκρίνεται στα νιάτα και στο μπόι μας.
Μας ενθουσιάζει η έννοια μιας ομάδας που καταργεί τον βεντετισμό και καταγράφει με διαφορετικό τρόπο το θέατρο. Ξεκινάμε με τη διάθεση να δημιουργήσουμε κάτι δυναμικό σε ένα πλαίσιο που αναγκαστικά γίνεται πολιτικό. Δεν μπορείς να σφυρίζεις ανέμελα… Εξ ου και ο τίτλος “Ελεύθερο”. Θέλουμε να φτιάξουμε κάτι νεωτερικό. Που να μην έχει σχέση με την κατανάλωση. Εγώ ήμουν το “κακό παιδί” μέσα σε ένα κλίμα αναζήτησης και ελευθεριότητας, με την καλή έννοια, πολύ ζωντανό αλλά και μέσα στον υφέρποντα συντηρητισμό της ομάδας».
Το 1970, και αφού κάποιοι παίξουν σε άλλους θιάσους, θα κάνουν το πρώτο τους καταστατικό: Ελεύθερο Θέατρο Μηνάς Χατζησάββας και Σία Ο.Ε. Το πρώτο αυτό κατασταστικό πλην Χατζησάββα, υπογράφουν Αρζόγλου, ο Γιάννης Λεκκός- που θα είναι ο σκηνογράφος/ ενδυματολόγος της πρώτης παράστασης-, Μαλτέζου, Μιχαλιτσιάνου, Σκυλοδήμος.
Ψάχνουν για έργο. «Θέλαμε να ανεβάσουμε την “Οπερα της πεντάρας”. Αλλά η λογοκρισία δεν θα μας επέτρεπε τον Μπρεχτ. Ετσι βρήκαμε την “Οπερα του ζητιάνου” στην οποία βασίστηκε ο Μπρεχτ» (Αρζόγλου).
«Μου φέρανε σε χειρόγραφο μία μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ που είχε γίνει απευθείας στο μαγνητόφωνο. Μου άρεσε» (Μιχαηλίδης). «Καλέσαμε τότε από το επόμενο έτος της σχολής μας Κοτανίδη, Καμπερίδη (σ.σ. ο οποίος στην εναρκτήρια παράσταση κρατούσε το μαγνητόφωνο), Σαμπάνη και ήρθαν ακόμη Μαρίκα Τζιραλίδου, Αγγελική Κυριαζάκη, Κώστας Τζούμας, Μαρίνα Βασιλικιώτη (σ.σ. που δεν υπάρχει πια), Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Θόδωρος Μπογιατζής» (Χατζησάββας).
Οι πρόβες ξεκίνησαν την 1η Ιουλίου. «Αρχισα να κόβω. Είχα την ιδέα να μεταφέρω το έργο στην εποχή της ποτοαπαγόρευσηςγκάνγκστερ κ.λπ… Ο Γιώργος ο Σαμπάνης πρότεινε να κάνουμε τις πρόβες στην ταβέρνα του πατέρα του, κοντά στο Αγιο Λουκά. Εκεί πήγαμε» (Μιχαηλίδης).
«Χρειαζόμασταν όμως πια θέατρο για να στήσουμε το σκηνικό που ήταν σκαλωσιές Βιοσώλ. Ο Λεκκός ήταν ανιψιός του τότε διορισμένου δημάρχου του Πειραιά Σκυλίτση. Αλλά δεν είχαν καλές σχέσεις. Με έστειλαν εμένα στον Σκυλίτση. Και μας έδωσε το Δημοτικό του Πειραιά να κάνουμε πρόβες με την προοπτική να παίξουμε στο θερινό “Πειραϊκό Λυρικό Δημοτικό” στο Πασαλιμάνι. Τον καλέσαμε σε μία πρόβα. Στο τέλος μας είπε: “Εγώ αυτή την παράσταση δεν μπορώ να την παρουσιάσω. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να κρατήσω την κ. Βέμπο (σ.σ. ο επιθεωρησιακός θίασος Βέμπο είχε διακόψει από το «Βέμπο» και είχε κατεβεί στο «Πειραϊκό» για σειρά παραστάσεων) δέκα μέρες παραπάνω ώστε να σας δώσει το θέατρο “Βέμπο”» (Αρζόγλου).
Ο Γιώργος Κοτανίδης δίνει μία διαφορετική εκδοχή: «Πάμε τότε στον Μουζενίδη που ήταν δάσκαλός μας και μας υπεραγαπούσε. Και μας έστειλε στον Ανδρέα Βέμπο που ήταν στη θεατρική επιχείρηση του “Βέμπο”. Τον ψήσαμε και μας έδωσε το θέατρο για δέκα μέρες χωρίς μίνιμουμ γκαραντί με ένα 12% επί των εισπράξεων. Μεσολάβησε και η Ευρωπαϊκή Κίνηση Νέων και μας έδωσε ένα δάνειο 40.000 δραχμές ο Νίκος ο Βερνίκος, με τις οποίες ανεβάσαμε την παράσταση. Ανοίξαμε τότε και το καταστατικό και μπήκαμε και εγώ, ο Καμπερίδης, ο Σαμπά νης, η Χριστίνα Σιμοπούλου και η Αγγελική Κυριαζάκη, μια κοπέλα από τη σχολή Κατσέλη». Στα οργανωτικά μαζί τους από την αρχή ο Γιώργος Τσιπλάκος- άλλος ένας που λείπει.
«Από τις πρόβες θυμάμαι μια καταπληκτική φαντασία του Γιώργου Μιχαηλίδη και μια απίστευτη δυνατότητα δικών μας αυτοσχεδιασμών που το ένα σαν να απαντούσε στο άλλο» (Αρζόγλου).
«Είναι αλήθεια πολύ συγκινητικό να συνεργάζεσαι με ανήσυχους καλλιτεχνικά νέους που αφιερώνουν τον εαυτό τους τόσο αλτρουιστικά στο φτάσιμο μιας τέχνης πραγματικά αληθινής», λέει ο συνθέτης της μουσικής και των έντεκα τραγουδιών της παράστασης Θόδωρος Αντωνίου σε συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» την 1η Σεπτεμβρίου.
Λέει ο Γιώργος Μιχαηλίδης που βοηθό στην παράσταση είχε τη Σοφία Σπυράτου: «Προχωρούσαμε μέσα σε μια ατμόσφαιρα αυτοσχεδιασμού. Το έργο άρχισε να με παρασύρει σαν να ήμουνα σε μεθύσι. Μια μέρα δεν γινόταν τίποτα στην πρόβα. Λέω τότε στην Υβόνη Μαλτέζου: “Σήκω, είσαι χορεύτρια, παθαίνει αγκύλωση το ένα σου χέρι, προσπαθείς να χορέψεις, παθαίνει αγκύλωση και το άλλο, παθαίνει και το πόδι σου και στο τέλος γίνεσαι ένα τέρας”. Το έκανε, μετά σήκωσα τον Τζούμα και την Αννέτα Μιχαλιτσιάνου να κάνουν κάτι άλλο και σιγά- σιγά έγινε αυτό το περίφημο “διάλειμμα” της παράστασης. Ενας αυτοσχεδιασμός που κρατούσε 17,5 λεπτά.
Το πολιτικό στοιχείο το τόνισα συνειδητά. Η παράσταση άρχιζε από το σήμερα. Ορμούσαν από την πλατεία δύο γκάνγκστερ με πολυβόλα, έπεφτε νεκρός ο Σαμπάνης ο οποίος τελικά πεταγότανε πάνω και όλοι μαζί τραγουδούσαν “Ολα πάνε καλά με κόκα – κόλα, όλα πάνε καλά”».
Η συνέντευξη Τύπου για την παράσταση κάνει αίσθηση. Σε δίστηλο με τον προβοκατόρικο τίτλο «Κάτω το θέατρο, ζήτω το θέαμα», αντλημένον από τα λόγια του σκηνοθέτη, στα «ΝΕΑ» της 3ης Σεπτεμβρίου ο Φάνης Κλέανθης γράφει για τους νέους καλλιτέχνες του «Ελεύθερου Θεάτρου»: «Νέοι στην ηλικία, νέοι στην ψυχή, νέοι στις αντιλήψεις αλλά και με εμφάνιση σύμφωνα με τα κρατούντα στη νεολαία της εποχής (μαλλιά ακούρευτα, γένια και μουστάκια α- λα χίππυ». Οι οποίοι, ανάμεσα σε άλλα, είπαν: «Το θέατρο στον τόπο μας “δεν λειτουργεί”. Τοποθετεί το ψεύτικο και το ασήμαντο πάνω από ό,τι είναι αληθινό και δεν αποτελεί δραστικό κοινωνικό κύτταρο. Θυμίζει με τα διάφορα θεάματα- συγκεντρωμένα όλα στην Αθήνα- εμποροπανήγυρη που πουλάει στο κοινό “προκατ” παραστάσεις».
Και η πρεμιέρα: «Είχα πει στους ηθοποιούς: “Ή θα μας δείρουν ή θα μας αποθεώσουνε”. Συνέβη το δεύτερο. Δεν υποκλινόμασταν, πηγαίναμε στεκόμασταν έναςένας και κοιτούσαμε το κοινό. Δεν προλάβαμε να πάμε στα καμαρίνια. Ανέβηκαν στη σκηνή, μας αγκάλιαζαν, μας φιλούσαν. Θυμάμαι πως ανάμεσα σ΄ αυτούς ήταν η Σοφία η Ρούμπου, η ηθοποιός, που λιποθύμησε. Κάτι απίστευτο. Μια παραφορά. Και αυτό γινόταν κάθε βράδυ» (Μιχαηλίδης).
Στις 7 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται στα «ΝΕΑ» ανακοίνωση που έστειλε ο θίασος: «Δώσαμε την πρώτη μας παράσταση σ΄ ένα κοινό που νοιώσαμε ότι μας περίμενε. Παρουσιάσαμε κείνο που γεννήθηκε στις πρόβες μας και το κοινό το θέρμανε και το πλάτυνε. Η σχέση αυτή που δημιουργήθηκε μας κάνει να πιστεύουμε πιο πολύ στο δρόμο πούχουμε χαράξει».
Τις επόμενες μέρες ολόκληρο το ελληνικό θέατρο θα περάσει από το «Βέμπο»- ακόμα και ο Κουν που σπάνια πήγαινε στο θέατρο. «Μια μικρή επανάσταση γινόταν κάθε βράδυ. Κάτι απίστευτα συγκινητικό. Κι από γύρω, μπατσαρία…» (Χατζησάββας).
Οι παραστάσεις της «Οπερας του ζητιάνου» λήγουν στις 13 Σεπτεμβρίου- έντεκα μέρες κράτησαν. Το «Ελεύθερο Θέατρο» παίρνει τον δρόμο του.
Το ελληνικό θέατρο συνεχίζει τον δικό του. Γράφουν «ΤΑ ΝΕΑ» στις 14 Σεπτεμβρίου: «Υστερα από διάλειμμα τεσσάρων εβδομάδων, η επιθεώρηση των Δ. Τραϊφόρου, Ναπ. Ελευθερίου, Ζακ Ιακωβίδη “Ολα σέξυ κι όποιος… αντέξη” επανέρχεται από αύριο Τρίτη στη σκηνή του θεάτρου “Βέμπο”».
Η συνέχεια δεν θα είναι εύκολη. Στην «Ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Πέτρου Μάρκαρη, τη δεύτερη παράστασή τους, καταργούν το σκηνοθέτη, η σκηνοθεσία γίνεται συλλογική, τα ονόματα των ηθοποιών μπαίνουν πια με αλφαβητική σειρά χωρίς να αναφέρεται ποιος παίζει ποιον ρόλο- κατάργηση της ατομικότητας-, ατέρμονες συζητήσεις, πολιτικές και καλλιτεχνικές συγκρούσεις, αποχωρήσεις, καινούργια πρόσωπα – ανάμεσά τους ο Σταμάτης Φασουλής και η Αννα Παναγιωτοπούλου-, διασπάσεις… Το «Ελεύθερο» έχει όμως γράψει την ιστορία του.
«Το “Ελεύθερο Θέατρο” δεν έχει βρει ακόμα τη θέση του», υποστηρίζει ο Κώστας Αρζόγλου. Και συμπληρώνει: «Δεν λέω πως δεν θα έπρεπε να υπάρχει η επιτυχία αλλά αρχίσαμε να κάνουμε πράγματα εξαιτίας της επιτυχίας. Γι΄ αυτό και έφυγα. Επαψε να υπάρχει ο λόγος για τον οποίο έγινε το “Ελεύθερο”».
«Μετά το ΄80 μπήκαμε στην εποχή της ατομικότητας και του σκηνοθέτη», προσπαθεί να εξηγήσει η Υβόνη Μαλτέζου η οποία ήταν η τελευταία της ιδρυτικής ομάδας που αποχώρησε πριν το «Ελεύθερο Θέατρο» γίνει «Ελεύθερη Σκηνή». «Μεγαλώσαμε κι εμείς… Γι΄ αυτό και έσβησε αυτή η ιστορία». «Πάντως», επιμένει η Αννα Μιχαλιτσιάνου, «έκανε τότε τομή ο Μιχαηλίδης. Ητανε ΤΟ καινούργιο. Εμείς φέραμε το σπόρο και ο Μιχαηλίδης τον φύτεψε. Και φύτρωσε».
Είμαστε μία παρέα που λίγο -πολύ είχαμε ερωτευτεί ο ένας τον άλλο, ανταποκρινόμενοι στο πνεύμα της εποχής