Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι μια διατροφική διαταραχή που σχετίζεται με την αδυναμία του οργανισμού να διασπάσει σωστά ένα σάκχαρο που λέγεται λακτόζη, το οποίο υπάρχει στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Η αδυναμία αυτή εκδηλώνεται όταν ο οργανισμός δεν παράγει σε επαρκείς ποσότητες το απαραίτητο για τη διάσπαση της λακτόζης ένζυμο, το οποίο λέγεται λακτάση.
Όπως εξηγεί η Εθνική Υπηρεσία Πληροφόρησης για τις Πεπτικές Νόσους (ΝDDΙC) των ΗΠΑ, μερικοί άνθρωποι έχουν προδιάθεση στην ανάπτυξη της δυσανεξίας αυτής λόγω οικογενειακού ιστορικού, ενώ άλλοι την εκδηλώνουν εξαιτίας κάποιου ιατρικού προβλήματος, όπως η νόσος κοιλιοκάκη και η νόσος του Crohn. Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι συχνή, καθώς προσβάλλει έναν στους εννέα ανθρώπους έως την ηλικία των 20 ετών.
Πώς μπορεί κανείς να καταλάβει εάν πάσχει από αυτήν; Σύμφωνα με την ΝDDΙC, έπειτα από την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων οι πάσχοντες μπορεί να παρουσιάσουν μία σειρά από πιθανά προειδοποιητικά συμπτώματα, όπως τυμπανισμό, κοιλιακές κράμπες, ναυτία ή διάρροια και πόνο στην κοιλιά. Γενικότερα μπορεί να εκδηλώσουν προβλήματα όπως υποσιτισμό, αργή ανάπτυξη και απώλεια βάρους.