Οι σπίλοι (ελιές) είναι βλάβες οι οποίες στο μεγάλο τους ποσοστό είναι καλοήθεις. Σε ένα μικρό ποσοστό, όμως, είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε πιο επιθετικές βλάβες και, πάρα πολύ σπάνια, να εξελιχθούν στον χειρότερο καρκίνο του δέρματος: το κακόηθες μελάνωμα.

Τα καρκινώματα του δέρματος χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στα επιθηλιακά καρκινώματα (είναι το βασικοκυτταρικό και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα) και στο κακόηθες μελάνωμα.

Τα επιθηλιακά καρκινώματα οφείλονται κατά βάση στην έκθεση στον ήλιο και είναι πλήρως αντιμετωπίσιμα, ιδίως όταν γίνονται αντιληπτά πριν εξαπλωθούν.

Το κακόηθες μελάνωμα, το οποίο αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά όταν διαγνωστεί σε πρώιμα στάδια, μπορεί να έχει πολύ βαριά εξέλιξη για τον ασθενή εάν ανιχνευτεί όταν πια έχει εξαπλωθεί.

Από τις αρχές της δεκαετίας του '60 και μετά, η συχνότητα του μελανώματος αυξάνεται διαρκώς (διπλασιάζεται σχεδόν κάθε 10 έως 20 χρόνια), γεγονός που πιστεύεται ότι έχει άμεση σχέση αφ’ ενός με την αυξανόμενη έκθεσή μας στην ηλιακή ακτινοβολία, αφ’ ετέρου με την αύξηση της ακτινοβολίας αυτής λόγω της ελάττωσης του στοιβάδας του όζοντος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1920 κινδύνευε να αναπτύξει μελάνωμα κάποια στιγμή στη ζωή του ένας άνθρωπος στους 1.500, ενώ σήμερα η αντίστοιχη αναλογία είναι ένας στους 100.

Έτσι, το μελάνωμα αντιπροσωπεύει ήδη το 5% των καρκίνων στους άνδρες και το 4% στις γυναίκες, ενώ κάθε χρόνο καταγράφονται 70.000 νέα κρούσματα σε όλο τον κόσμο. Στη χώρα μας καταγράφονται 300-400 νέα κρούσματα μελανώματος τον χρόνο, αλλά επειδή δεν υπάρχει αξιόπιστο σύστημα καταγραφής εκτιμάται ότι ο αληθινός αριθμός είναι πολλαπλάσιος.

Οι συνηθέστερες θέσεις ανάπτυξης μελανώματος στους άνδρες είναι η ράχη και τα άνω άκρα, ενώ στις γυναίκες η ράχη και τα κάτω άκρα (κνήμες).

Ο ήλιος σε μικρή ηλικία

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανάπτυξη δερματικού καρκίνου είναι η έκθεση σε μεγάλη ένταση υπεριώδους ακτινοβολίας και σε μικρό χρονικό διάστημα. Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη απειλή είναι τα ηλιακά εγκαύματα, ιδίως αυτά που συμβαίνουν μέχρι την ηλικία των 19-20 ετών.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, ο ένας στους δύο Έλληνες έχει πάθει ηλιακό έγκαυμα πριν κλείσει το 18ο έτος της ζωής του, ενώ μελέτες έχουν δείξει πως πριν από την ηλικία των 20 ετών συμβαίνει ποσοστό έως 80% της συνολικής έκθεσής μας στον ήλιο!

Η σχέση του ηλιακού εγκαύματος με τον καρκίνο του δέρματος είναι αιτιοπαθογενετική: μελέτες έχουν δείξει πως όσοι δεν έχουν πάθει σοβαρό έγκαυμα μέχρι τα 18 τους χρόνια διατρέχουν κατά 78% μικρότερο κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου του δέρματος αργότερα στη ζωή. Αντιθέτως, αρκεί ένα και μοναδικό σοβαρό έγκαυμα στην παιδική ηλικία για να διπλασιαστεί ο κίνδυνος αυτός!

Το μελάνωμα προσβάλλει συνηθέστερα τα άτομα που έχουν εκτεθεί όχι μόνο αλόγιστα, αλλά και περιοδικά στον ήλιο (δηλαδή μόνο κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών ή χειμερινών διακοπών τους). Αντιθέτως, το βασικοκυτταρικό και το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα αναπτύσσονται συνήθως σε ενήλικες ή σε επαγγελματίες οι οποίοι έχουν συνεχή έκθεση στον ήλιο (λ.χ. ψαράδες, αγρότες). Ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή των ηλιακών εγκαυμάτων πρέπει να δίνουν τα άτομα με πολύ ανοικτό χρώμα δέρματος, γαλανά μάτια και ξανθά ή κόκκινα μαλλιά, τα οποία εμφανίζουν φακίδες στο πρόσωπο, στους ώμους ή στη ράχη, καίγονται αμέσως στον ήλιο και δεν μαυρίζουν ποτέ σε σύγκριση με όσους είναι πιο σκουρόχρωμοι (φωτότυποι Ι και ΙΙ).

Άλλοι παράγοντες κινδύνου

Εκτός από την ηλιακή ακτινοβολία υπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη μελανώματος. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι το οικογενειακό ιστορικό της νόσου: έχει διαπιστωθεί πως όσοι έχουν συγγενή πρώτου βαθμού με μελάνωμα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο όχι μόνο να αναπτύξουν τη νόσο, αλλά και σε νεώτερη ηλικία, ενώ μερικές φορές παρατηρείται τάση αναπτύξεως πολλαπλών μελανωμάτων. Οι ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό αποτελούν το περίπου 10-15% των κρουσμάτων μελανώματος.

Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι να έχει κανείς πολλαπλούς σπίλους (ελιές) στο δέρμα του. Αν ένας άνθρωπος έχει 50 έως 99 μικρούς σπίλους ή περισσότερους από 10 μεγάλους σπίλους, διατρέχει διπλάσιες πιθανότητες αναπτύξεως μελανώματος κάποια στιγμή στη ζωή του. Οι σπίλοι βγαίνουν συνήθως καθώς μεγαλώνουμε, με τον αριθμό τους να αυξάνεται με την πάροδο των ετών και να επηρεάζεται από την έκθεση στον ήλιο.

Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι οι (σπάνιοι) συγγενείς (εκ γενετής) γιγαντιαίοι σπίλοι (έχουν διάμετρο πάνω από 20 εκατοστά), η ανοσοκαταστολή (ο κίνδυνος μελανώματος είναι αυξημένος στα άτομα με AIDS ή λέμφωμα, και σε όσους παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα) και το ατομικό ιστορικό μελανώματος (ένας άνθρωπος που παρουσιάζει μελάνωμα διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσει και άλλο).

Πρέπει όμως να τονιστεί πως το μελάνωμα δεν αναπτύσσεται κατ’ ανάγκην σε έναν προϋπάρχοντα σπίλο. Υπάρχουν περιπτώσεις που εμφανίζεται ξαφνικά σε κάποιο σημείο του σώματος, το οποίο δεν είναι καν απαραίτητο να ανήκει στις περιοχές που εκτίθενται συνήθως στον ήλιο.

Έλεγχος κάθε χρόνο

Για όλους τους παραπάνω λόγους, είναι απαραίτητος ο συστηματικός έλεγχος όλων των βλαβών του δέρματος – όχι μόνον των σπίλων, αλλά και των τυχόν άλλων μορφωμάτων (εξογκωμάτων), ιδίως όταν αυτά επιμένουν επί καιρό.

Ο έλεγχος των σπίλων και των μορφωμάτων γίνεται κλινικά από τον δερματολόγο γιατρό, ο οποίος μπορεί να βοηθηθεί από διάφορα τεχνητά μέσα. Τέτοια μέσα είναι:

* Η δερματοσκόπηση. Το δέρμα ελέγχεται με ένα σύστημα φακών που ονομάζεται δερματοσκόπιο και μπορεί να μεγεθύνει σημαντικά κάθε βλάβη, επιτρέποντας στον γιατρό να την δει με λεπτομέρειες

* Η χαρτογράφηση των σπίλων. Όλες οι ελιές και οι άλλες δερματικές βλάβες του ασθενούς καταγράφονται και αποθηκεύονται σε ειδικό πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή και έτσι μπορούν να επανελέγχονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να μπορεί ο γιατρός να διαπιστώσει εάν άλλαξαν, εάν μεγάλωσαν κ.τ.λ. Ουσιαστικά, η χαρτογράφηση γίνεται για λόγους συγκριτικούς.

Η συχνότητα του ελέγχου από τον δερματολόγο εναπόκειται στην κρίση του, αλλά συνήθως κυμαίνεται από 1 φορά κάθε 6 μήνες έως 1 φορά τον χρόνο. Αναλόγως με τα ευρήματα του ελέγχου, πάντως, μπορεί να χρειαστεί και συχνότερα.

Επίσημη ηλικία έναρξης του δερματολογικού ελέγχου δεν υπάρχει. Εντούτοις, τα άτομα με ανοικτό χρώμα δέρματος οφείλουν να ελέγχονται νωρίτερα και συχνότερα σε σύγκριση με όσους έχουν σκούρο δέρμα. Ο έλεγχος συνήθως αρχίζει όταν κάποιος παρατηρήσει μία βλάβη που φαίνεται ύποπτη στο δικό του δέρμα ή σε αυτό του παιδιού του ή κάποιου οικείου του.

Οι φωτότυποι

Αναλόγως με το χρώμα του δέρματος και των μαλλιών, οι άνθρωποι ταξινομούνται σε πέντε φωτότυπους. Ο γενικός κανόνας είναι πως όσο πιο σκούρο χρώμα δέρματος έχει κανείς τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες ηλιακού εγκαύματος και κατ’ επέκταση της ανάπτυξης κακοηθών δερματικών αλλοιώσεων. Ωστόσο, κανένας φωτότυπος δεν έχει ανοσία στους δερματικούς καρκίνους.

Τύπος 1: Τα μαλλιά είναι ξανθά ή κόκκινα, το δέρμα λευκό σαν το γάλα και μπορεί να υπάρχουν φακίδες.

Τύπος 2: Τα μαλλιά είναι ξανθά ή ανοικτά καστανά και το δέρμα χλωμό.

Τύπος 3: Το κλασικό βορειοευρωπαϊκό λευκό δέρμα, με τα καστανά ή σκούρα καστανά μαλλιά.
Τύπος 4: Το δέρμα έχει απαλή καφετιά χροιά, καίγεται ελάχιστα και μαυρίζει βαθιά. Αντιστοιχεί στους μεσογειακούς λαούς.

Τύπος 5: Μαύρο δέρμα και μαλλιά (όπως στους Αφρικανούς).

Πότε να πάτε στον γιατρό

Ζητήστε αμέσως ιατρική βοήθεια, εάν ένας δερματικός σπίλος (ελιά) παρουσιάσει:

* Αλλαγή στο σχήμα ή στο μέγεθος

* Αλλαγή στο χρώμα (αν γίνει λιγότερο ομοιόμορφος και, κυρίως, αν αποκτήσει μαύρη, μπλε ή γκρι χροιά)

* Μέγεθος μεγαλύτερο από αυτό της μύτης ενός μολυβιού (διάμετρος πάνω από 8 χιλιοστά)

* Όρια ασαφή και οδοντωτά

* Επιφάνεια τραχεία ή που αιμορραγεί ή αρχίζει να προκαλεί κνησμό (φαγούρα)

Ο Ανδρέας Κατσάμπας είναι καθηγητής Δερματολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Δερματολογίας - Αφροδισιολογίας