Οι βηματοδότες είναι ιατρικές συσκευές που τοποθετούνται σε πάσχοντες από ορισμένες μορφές καρδιακής αρρυθμίας, οι οποίες ενδέχεται να απειλήσουν τη ζωή. Ωστόσο, η διάγνωση της αρρυθμίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάγκη για βηματοδότη.

Όπως εξηγεί ο κ. Δημήτρης Ρίχτερ, διευθυντής στην Καρδιολογική Κλινική της Ευρωκλινικής Αθηνών και πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας Πρόληψης Στεφανιαίας Νόσου της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, τα ηλεκτρικά ρεύματα που ορίζουν τον καρδιακό ρυθμό, δηλαδή τη συστολή και διαστολή της καρδιάς παράγονται σε εξειδικευμένα κύτταρα του καρδιακού μυός και ταξιδεύουν μέσα στην καρδιά μέσω ενός δικτύου εξειδικευμένων ινών.

Φυσιολογικά, η καρδιά κτυπά 50 έως 100 φορές το λεπτό. Εάν η συχνότητάτης υπερβείτους 100 παλμούς ανά λεπτό, τότε μιλάμε για ταχυκαρδία, ενώ όταν οι παλμοί είναι λιγότεροι από 50 το λεπτό μιλάμε για βραδυκαρδία.

Υπάρχουν πολλές καταστάσεις που επηρεάζουν τον καρδιακό παλμό. Η σωματική κόπωση, λ.χ., η συγκίνηση, η αγωνία, ο πόνος, η εγκυμοσύνη, ακόμα και παθολογικές καταστάσεις όπως ο πυρετός, η αναιμία και ο υπερθυρεοειδισμός τον επιταχύνουν - και έτσι προκαλούν ταχυκαρδία.

Αντίθετα ο ύπνος, η συστηματική και μακροχρόνια άθληση, η γεροντική ηλικία και παθολογικές καταστάσεις όπως ο υποθυρεοειδισμός, μια καρδιολογική ασθένεια που λέγεται νόσος φλεβοκόμβου και ορισμένα φάρμακα επιβραδύνουν τον καρδιακό ρυθμό, προκαλώντας βραδυκαρδία.

Για να φτάσει ένας ασθενής στο σημείο να παρουσιάσει αρρυθμία, δεν αρκεί να κτυπά η καρδιά του με μη κανονικό (μη ρυθμικό) ρυθμό. Πρέπει κυρίως ο ρυθμός να μην προέρχεται από το φυσιολογικό κέντρο παραγωγής των ερεθισμάτων (λέγεται φλεβόκομβος), αλλά από άλλες περιοχές της καρδιάς.

Υπάρχουν πολλά είδη αρρυθμίας. Η απλούστερη μορφή αρρυθμίας είναι οι έκτακτες συστολές (χωρίζονται σε υπερκοιλιακές και κοιλιακές) που εμφανίζονται τόσο σε καρδιοπαθείς όσο και σε άτομα χωρίς οργανική καρδιοπάθεια. Είναι αρκετά συχνό εύρημα και σε νεαρά υγιή άτομα, αλλά η συχνότητα τους γίνεται μεγαλύτερη όσο αυξάνεται η ηλικία.

Πολλές φορές οι έκτακτες συστολές εμφανίζονται ή γίνονται πολύ περισσότερες ύστερα από κατάχρηση καφέ, οινοπνεύματος ή καπνού. Αρκετές φορές οι έκτακτες συστολές δε γίνονται αντιληπτές από το άτομο και διαπιστώνονται σε τυχαία ιατρική εξέταση. Σε άλλες όμως περιπτώσεις γίνονται αισθητές σαν 'φτερούγισμα' ή σαν ένα κενό στο στήθος.

Παροξυσμική μορφή

Μία άλλη σχετικά συνηθισμένη αρρυθμία είναι η λεγόμενη παροξυσμική υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, που εμφανίζεται συχνά σε υγιή άτομα και από μικρή συνήθως ηλικία. Σε αυτήν, η συχνότητα των καρδιακών παλμών είναι μεγάλη και κυμαίνεται μεταξύ 160 και 220 παλμών στο λεπτό. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία καρδιοπάθεια και η ταχυκαρδία οφείλεται σε κάποια διαταραχή σε ένα σημείο του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς.

Η ταχυκαρδία αυτή εμφανίζεται σε κάποια στιγμή της ζωής, συνήθως παιδική ή νεανική ηλικία και το πόσο συχνά αυτό συμβαίνει διαφέρει σημαντικά. Συνήθως εμφανίζεται συχνότερα με την πάροδο των ετών για να μειωθούν πια οι υποτροπές της στην γεροντική ηλικία. Η διάρκεια των παροξυσμών διαφέρει από λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά μέχρι πολλές ώρες.

Η παροξυσμική ταχυκαρδία εμφανίζεται κατά κανόνα εντελώς αιφνίδια, χωρίς να συσχετίζεται η εμφάνιση της με κάποια συγκεκριμένη κατάσταση ή ενόχλημα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η παροξυσμική ταχυκαρδία είναι καλά ανεκτή για αρκετό χρονικό διάστημα από την έναρξη της, ειδικά αν το άτομο είναι νέο στην ηλικία. Αν όμως η διάρκεια της ταχυκαρδίας παραταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκαλείται αίσθημα ζάλης, έντονη κόπωση, εξάντληση, τάση προς λιποθυμία ή και λιποθυμία, επειδή η αρτηριακή πίεση πέφτει χαμηλά. Για το λόγο αυτό είναι προτιμότερο κατά τη διάρκεια της ταχυκαρδίας το άτομο να είναι ξαπλωμένο.

Δύο ακόμη σχετικά συνήθεις υπερκοιλιακές αρρυθμίες είναι ο κολπικός πτερυγισμός και η κολπική μαρμαρυγή, που επίσης μπορεί να είναι παροδικές (παροξυσμοί) ή μόνιμες. Οι παροξυσμοί έχουν ποικίλη διάρκεια που κυμαίνεται από λίγα λεπτά μέχρι πολλές ώρες και σπανιότερα ημέρες. Με την πάροδο των ετών οι παροξυσμοί μπορεί να διαρκούν περισσότερο και να εμφανίζονται συχνότερα μέχρις ότου καταλήξουν μόνιμες.

Αν ο ασθενής είναι υγιής οι αρρυθμίες αυτές δεν είναι επικίνδυνες για τη ζωή αυτού. Αν όμως υπάρχει υποκείμενη οργανική καρδιοπάθεια (π.χ. στεφανιαία νόσος) τα συμπτώματα μπορεί να είναι σοβαρά όπως έντονη ζάλη ή προλιποθυμική κατάσταση, δύσπνοια ή και στηθαγχικός πόνος.

Αντιμετώπιση

Οι κατάλληλες θεραπευτικές ενέργειες κατά τη διάρκεια της παροξυσμικής ταχυκαρδίας είναι, αφενός χειρισμοί που μπορεί να γίνουν από τον ίδιο τον άρρωστο, αφετέρου δε χειρισμοί ή φάρμακα που γίνονται ή χορηγούνται από τον ιατρό.

Ένας χειρισμός που μπορεί να γίνει από τον άρρωστο είναι η απότομη και πολύ βαθιά εισπνοή και στη συνέχεια προσπάθεια βίαιης εκπνοής κρατώντας κλειστό το λάρυγγα, ώστε να μην φύγει ο αέρας από τους πνεύμονες π.χ. όπως σφίγγεται κανείς όταν είναι δυσκοίλιος.

Ένας άλλος τρόπος είναι η προσπάθεια πρόκλησης εμετού. Σε πολλές περιπτώσεις οι χειρισμοί αυτοί μπορεί να διακόψουν την ταχυκαρδία και γι' αυτό πρέπει να επιχειρούνται αμέσως μετά την εμφάνιση της.

Τα φάρμακα (ή το ηλεκτροσόκ) μπορούν να ανατάξουν τις παροξυσμικές αρρυθμίες, όταν όμως η αρρυθμία εγκατασταθεί μόνιμα, στόχος των φαρμάκων είναι να μειώσουν τον αριθμό των ερεθισμάτων που περνούν από τους κόλπους στις κοιλίες με στόχο η καρδιακή συχνότητα να κυμαίνεται σε σχετικά φυσιολογικά επίπεδα (50-100 σφύξεις ανά λεπτό).

Κοιλιακή αρρυθμία

Όταν οι έκτακτες κοιλιακές συστολές εμφανίζονται σε μία υγιή καρδιά δεν προκαλούν ανησυχία, διότι πρόκειται για ένα φυσιολογικό φαινόμενο. Όταν όμως εμφανίζονται σε ασθενή με υποκείμενη οργανική καρδιοπάθεια τα πράγματα αλλάζουν, διότι είναι πιθανόν να εξελιχθούν σε κοιλιακή ταχυκαρδία, η οποία αποτελεί μία λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένη αλυσίδα έκτακτων κοιλιακών συστολών.

Συνήθως πρόκειται για μια αρκετά σοβαρή αρρυθμία που υποκρύπτει κάποια υποκείμενη σοβαρή καρδιακή νόσο, συνήθως στεφανιαία νόσο, χωρίς να αποκλείονται (κυρίως σε νεότερα άτομα) καλοηθέστερες μορφές με άριστη πρόγνωση.

Τα κυριότερα συμπτώματα της κοιλιακής αρρυθμίας είναι αίσθημα παλμών, απώλεια αισθήσεων και επιδείνωση των συμπτωμάτων της υποκείμενης καρδιοπάθειας.

Η κοιλιακή ταχυκαρδία μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να εξελιχθεί σε κοιλιακή μαρμαρυγή, μία αρρυθμία κατά την οποία οι κοιλίες παύουν να εκτελούν μια οργανωμένη συστολή. Ουσιαστικά είναι μία θανατηφόρος αρρυθμία, αν δεν αντιμετωπισθεί με ηλεκτρική ανάταξη σε 3 λεπτά. Αποτελεί τον συχνότερο μηχανισμό αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.

Το επεισόδιο της κοιλιακής ταχυκαρδίας μπορεί να αντιμετωπιστεί με αντιαρρυθμικά φάρμακα ή με τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος μέσω μιας συσκευής που λέγεται απινιδωτής. Η περαιτέρω πρόληψη νέων επεισοδίων γίνεται με την χορήγηση θεραπείας για την υποκείμενη καρδιακή νόσο, με την χρήση αντιαρρυθμικών φαρμάκων και - σε επικίνδυνες περιπτώσεις – με την τοποθέτηση ενός απινιδωτή, δηλαδή μίας συσκευής που ανατάσσει αυτόματα, με την βοήθεια ηλεκτρικού ρεύματος, την αρρυθμία.

Βηματοδότες

Οι βηματοδότες μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση μιαςάλλης κατηγορίας αρρυθμιών, κατά την οποία εμφανίζεται διαταραχή στη δημιουργία ή στη μεταβίβαση των ηλεκτρικών ερεθισμάτων από το φυσιολογικό κέντρο παραγωγής τους (τον φλεβόκομβο), η οποία προκαλεί επικίνδυνη βραδυκαρδία.

Σε αυτές τις αρρυθμίες, οι οποίες είναι οι σοβαρές, ανήκουν η νόσος του φλεβοκόμβου και ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός. Υπολογίζεται ότι παγκοσμίως τοποθετούνται κάθε χρόνο περισσότεροι από 250.000 βηματοδότες.

Οι βηματοδότες είναι συσκευές που παράγουν ηλεκτρικά ερεθίσματα, τα οποία διεγείρουν την καρδιά μέσω ενός ή δυο ειδικών καλωδίων. Οι βηματοδότες λειτουργούν με μια ενσωματωμένη μικρή μπαταρία, η οποία δεν μπορεί να ξαναφορτιστεί και γι’ αυτό πρέπει να αντικαθιστώνται όταν η ενέργεια της μπαταρίας εξαντληθεί.

Επειδή είναι ηλεκτρονικές συσκευές και παρότι έχουν καλή προστασία από εξωγενείς παρεμβολές, οι βηματοδότες μπορεί να επηρεαστούν από ορισμένες πηγές ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που προσωρινά μπορεί να αλλάξουν την ρύθμισή τους. Μόλις όμως ο ασθενής απομακρυνθεί από τις πηγές αυτές, ο βηματοδότης ανακτά τη λειτουργία του.

Τι να προσέχουν οι ασθενείς

Γενικά, στους ασθενείς συνιστάται να προσέχουν:

* Τα κινητά τηλέφωνα (πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση τουλάχιστον 20 εκατοστών από τον  βηματοδότη)

* Τις κεραίες εκπομπής και τα τροφοδοτικά (πρέπει να αποφεύγονται οι γραμμικοί ενισχυτές ισχύος και οι κεραίες εκπομπής).

* Τους φούρνους μικροκυμάτων (ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται 2-3 μέτρα μακριά τους όταν λειτουργούν).

* Τις συσκευές ηλεκτροσυγκόλλησης (ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται μακριά τους τουλάχιστον 20-30 μέτρα)

* Τις γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσης (πρέπει να αποφεύγονται)

* Τις συσκευές διαθερμίας (χρησιμοποιούνται λ.χ. για φυσιοθεραπείες και πρέπει να αποφεύγονται – γενικά, οι ασθενείς με βηματοδότη πρέπει να ενημερώνουν πάντοτε τους γιατρούς, το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό ότι έχουν βηματοδότη).

* Τις υψηλής ενέργειας ακτινοβολίας (λ.χ. με ακτινοθεραπεία – και πάλι πρέπει να αποφεύγονται και να ενημερώνεται ο γιατρός)

* Τις μαγνητικές πύλες των αεροδρομίων (δεν πρέπει να περνούν από αυτές οι ασθενείς, γι’ αυτό πρέπει να έχουν μαζί τους την κάρτα του βηματοδότη).